Γράφει ο Κωνσταντίνος Κοντοκώστας
Φωτ. Θανάσης Καλιακούδας
Μετά από 47 χρόνια αδιάκοπης ενασχόλησης με το δίκαιο, είτε ως στρατιωτικός δικαστής είτε ως μάχιμος ποινικολόγος ο γνωστός Λαρισαίος δικηγόρος Κωνσταντίνος Μιχαλόπουλος αποφάσισε ότι το 2025 θα είναι η τελευταία του χρονιά στα δικηγορικά έδρανα.
Η καριέρα του σε αυτές τις πέντε δεκαετίες ήταν γεμάτη με σοβαρές υποθέσεις αλλά και με πραγματικό μεταρρυθμιστικό ενδιαφέρον που απέδωσε καρπούς στον ποινικό και ποινικό δικονομικό κώδικά μας.
Οι σπουδές και τα πρώτα βήματα
Ο Κωνσταντίνος Μιχαλόπουλος γεννήθηκε στη Λάρισα το 1955 και το 1973 μέσω εξετάσεων πέρασε στη στρατιωτική νομική σχολή της Θεσσαλονίκης. Μετά την αποφοίτησή του, διορίστηκε στο Στρατοδικείο Λάρισας στην άσκηση της ποινικής διώξεως της 1ης Στρατιάς. Το 1980 ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης στο ποινικό δίκαιο με βαθμό Άριστα.
Η μεταπτυχιακή του εργασία ήταν πρωτότυπη και καινοτόμα για την εποχή και αφορούσε το ποινικό μητρώο μετά από προτροπή του καθηγητή Ιωάννη Μανωλεδάκη.
Οι διατάξεις με τις οποίες ασχολήθηκε ο κ. Μιχαλόπουλος, όπως το αντίγραφο του ποινικού μητρώου να είναι κλειστό σε φάκελο και η διαγραφή των καταδικών από το ποινικό μητρώο μετά από κάποιο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, έγιναν νόμος του Κράτους μετά από 20 χρόνια. “Καλώ τους δικαστές να μην παραμελούν το ποινικό μητρώο γιατί πίσω από ένα ποινικό μητρώο υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι μπορεί να έκαναν ένα παράπτωμα αλλά ειδικά αν πρόκειται για νέους αυτό είναι καθοριστικό για τη ζωή τους”.

Στρατιωτικός δικαστής
Κατά τη δεκαετία του ‘80 ως στρατιωτικός δικαστής πέρασε από διάφορα πόστα όπως νομικός σύμβουλος του Αρχηγού της Αεροπορίας στο ΑΤΑ και αργότερα διορίστηκε ανακριτής στο Στρατοδικείο Αθηνών.
Καθοριστικό συμβάν για την καριέρα του στην στρατιωτική δικαιοσύνη ήταν μια βομβιστική ενέργεια στη Μυτιλήνη το 1989 με θύμα έναν ανθυπασπιστή της Αεροπορίας. Όπως αναφέρει ο κ. Μιχαλόπουλος λόγω της καλής δουλειάς που έκανε ως ανακριτής στη συγκεκριμένη υπόθεση βρέθηκε στο στόχαστρο του έντυπου Τύπου της εποχής με αποτέλεσμα να υποβάλλει την παραίτησή του για λόγους ευθιξίας. “Πίστευα και πιστεύω ότι ένας δικαστής δεν πρέπει να χρωματίζεται πολιτικά” αναφέρει ο κ. Μιχαλόπουλος κλείνοντας το κεφάλαιο στρατιωτική δικαιοσύνη.
Το επόμενο στάδιο της καριέρας του αφορά την επιστροφή του στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 στη Λάρισα και την άσκηση δικηγορίας. Το 1991 εγγράφεται στον Δικηγορικό Σύλλογο Λάρισας και όπως αναφέρει πέρα από κάποιους αρχικούς ενδοιασμούς που υπήρχαν, οι συνάδελφοί του τον αγκάλιασαν και τον βοήθησαν.

Η μεγάλη υπόθεση
Ως δικηγόρος πλέον η πρώτη μεγάλη υπόθεση της καριέρας του ήρθε μετά την πτώση του αεροσκάφους C-130 της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας στις 5 Φεβρουαρίου 1991 στην κορυφή Τσατάλι του όρους Όθρυς όπου έχασαν τη ζωή τους 63 επιβαίνοντες, 58 σμηνίτες και 5 μέλη του πληρώματος. Το Νοέμβριο του 1994 έγινε η πρώτη δίκη στο Αεροδικείο Αθηνών με τον κ. Μιχαλόπουλο να υπερασπίζεται τον ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας Στέφανο Τίγκα ο οποίος κατηγορούνταν ως υπεύθυνος για το δυστύχημα επειδή δεν καθοδήγησε σωστά το αεροπλάνο. Στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο το 1996 αθωώθηκε από όλες τις κατηγορίες.
«Ήμασταν σε μια αίθουσα εγώ μόνος μου με τον κατηγορούμενο, πολιτική αγωγή επτά δικηγόροι και η αίθουσα γεμάτη μαυροφορεμένους και αστυνομικούς. Ήταν μια δίκη που με συγκλόνισε και συγκινήθηκα πάρα πολύ» αναφέρει ο κ. Μιχαλόπουλος φέρνοντας στο μυαλό του και το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη.
«Όποιος και αν λέει ότι καταλαβαίνει αυτούς του ανθρώπους θα πρέπει να ‘ρθει στη θέση τους για να τους καταλάβει πραγματικά. Εγώ έζησα όλους αυτούς τους χαροκαμένους ανθρώπους. Ήταν τραγικό αυτό το οποίο βίωσα και το τραγικότερο όλων για μένα είναι ότι δεν μας επέτρεψαν ποτέ να ερευνήσουμε το λόγο αυτής της τραγωδίας διότι ο στρατός χαρακτήρισε το πόρισμα απόρρητο.
Σε μια στιγμή της δίκης μάλιστα και ενώ έλεγαν πως το σκάφος δεν είχε πάρει φωτιά, βρήκα μια καμένη ταυτότητα ενός θανατωθέντος σμηνίτου και αναρωτήθηκαν όλοι πως είναι δυνατόν ένα αεροσκάφος να μην πάρει φωτιά και η ταυτότητα του σμηνίτη η μισή να είναι καμένη. Μέχρι και σήμερα συγκινούμαι και σας δηλώνω ότι συμπάσχω με αυτούς τους ανθρώπους που έχασαν τα παιδιά τους, το ψάχνουν, εύχομαι να βρουν την αλήθεια σε όλο της το βάθος αλλά για εκείνα τα παιδιά δεν έψαξε κανείς τίποτα.
Έκλεισε αυτή η υπόθεση με ένα πόρισμα. Τα θύματα ήταν 63 αλλά προσθέστε ένα ακόμα θύμα. Τον άνθρωπο αυτόν που κατηγόρησαν, ο οποίος μετά από δύο χρόνια από το τέλος της δίκης πέθανε από κατάθλιψη γιατί του φόρτωσαν αδίκως τις ψυχές 63 ανθρώπων χωρίς να φέρει ίχνος ευθύνης» μας λέει συγκινημένος.

Τα τρία επιτεύγματα
Αργότερα ο κ. Μιχαλόπουλος ασχολήθηκε και με άλλες γνωστές υποθέσεις όπως ήταν η δολοφονία της Εύης Γατίδου και δίκες με ψυχιατρικό υπόβαθρο. Για αυτές τις υποθέσεις μάλιστα τονίζει πως «θα πρέπει τα άτομα αυτά να ελέγχονται σοβαρά, είτε είναι αληθής ο ισχυρισμός είτε είναι ψευδής και για μένα σοβαρός έλεγχος σημαίνει μια νοσηλεία πάνω από πέντε μήνες σε ειδικό κέντρο».
Συλλογιζόμενος την πορεία του στη δικηγορία ο κ. Μιχαλόπουλος αναφέρει πως «για μένα δεν έχουν σημασία οι υποθέσεις και το μέγεθός τους. Ο δικηγόρος αφήνει το στίγμα του αν καταφέρει να αλλάξει ορισμένα πράγματα. Θέλω να υπερηφανεύομαι για τρία πράγματα στην σταδιοδρομία μου». Το πρώτο όπως μας λέει είναι ότι μαζί με άλλος νομικούς κατάφεραν να μπει στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας το άρθρο 211Α σχετικά με την μαρτυρία του συγκατηγορούμενου. Το δεύτερο είναι η εργασία του με το ποινικό μητρώο και οι προτάσεις που τελικά πέρασαν στο δίκαιό μας και το τρίτο ότι κατάφεραν να τροποποιηθεί η διάταξη για τους «κωφάλαλους εγκληματίες» που ίσχυε στο άρθρο 33 του παλαιού Ποινικού Κώδικα μέχρι την αναθεώρησή του το 2019.
Το “παράπονό” του όπως μας λέει είναι ότι δεν μπόρεσαν να περάσουν την καταγραφή της αγόρευσης του εισαγγελέα της έδρας στα πρακτικά της δίκης. «Προς τιμήν τους όμως ορισμένοι εισαγγελείς σε σοβαρές υποθέσεις παρότι δεν υποχρεούνται εκ του νόμου, δίνουν τις αγορεύσεις τους γραμμένες, εμπεριστατωμένες και έχει τη δυνατότητα και το δικαστήριο την ώρα που βγάζει απόφαση να τις δει μπροστά του και να μην περιμένει την απομαγνητοφώνηση» επισημαίνει.

Υπερασπιστής
Ο κ. Μιχαλόπουλος αφιέρωσε σημαντικό κομμάτι της δικηγορικής του καριέρας στη θέση του υπερασπιστή. Ως μήνυμα μάλιστα προς τους νέους δικηγόρους που αρχίζουν την σταδιοδρομία τους τώρα αναφέρει τα εξής:
«Το μεγαλύτερο σφάλμα ενός υπερασπιστού στο ποινικό δίκαιο είναι να θεωρήσει ότι οι δικαστές έχουν λιγότερο μυαλό από αυτόν και λιγότερη εμπειρία από αυτόν. Αν ξεκινήσει από αυτό το δεδομένο τότε δεν βοηθάει καθόλου τον εντολέα του. Η επιχειρηματολογία του πρέπει να είναι νομική και να μην διυλίζει τον κώνωπα σε πραγματικά περιστατικά, που τα έχει αντιληφθεί το δικαστήριο μόνο προς τέρψιν του ακροατηρίου. Να μην επαναλαμβάνεται στην επιχειρηματολογία του, να είναι διεισδυτικός και ακριβής. Έτσι ο δικηγόρος αποκτά τον σεβασμό των δικαστών και τον ακούν κάθε φορά που αναφέρεται σ’ αυτούς».

Συνοψίζοντας τα χρόνια της καριέρας του στη δικηγορία ο κ. Μιχαλόπουλος αναφέρει:
«Ο δικηγόρος είναι χρήσιμος όταν εκείνο το εμπόδιο που μόλις η εξουσία πάει να τσαλακώσει τον πολίτη να μπορεί να σταματήσει το τσαλάκωμα αυτό. Τότε ο δικηγόρος στα μάτια του κόσμου θεωρείται μαχητής και έτσι ο ρόλος του έχει ουσιαστική σημασία. Ο δικηγόρος δεν χαρακτηρίζεται από την καθημερινότητα και τις πολλές υποθέσεις που έχει. Χαρακτηρίζεται μόνο στις περιπτώσεις όταν η οποιαδήποτε μορφής εξουσία προσπαθεί να δημιουργήσει πρόβλημα στους πολίτες είτε αυτό αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα είτε την προσωπική και επαγγελματική τους κατάσταση».







