Με αφορμή την Ημέρα της Μητέρας ο σκηνοθέτης Άκυς Μητσούλης έγραψε ένα κείμενο για τα παιδιά, τους γονείς και το χρόνο…
Αναλυτικά το κείμενό του:
Όταν είσαι μικρός πιστεύεις πως οι γονείς σου είναι κάτι μόνιμο. Σαν τους τοίχους του σπιτιού, σαν το φως που ανοίγει κάθε πρωί. Δεν σκέφτεσαι ποτέ ότι μεγαλώνουν. Δεν περνά καν από το μυαλό σου ότι μια μέρα θα αρχίσεις να μετράς τον χρόνο πάνω τους.
Κι ύστερα μεγαλώνεις.
Και ξαφνικά πιάνεις τη μητέρα σου να λέει την ίδια ιστορία δυο και τρεις φορές μέσα σε λίγα λεπτά. Να ξεχνά πού άφησε τα γυαλιά της ενώ τα φορά ήδη. Να κουράζεται πιο εύκολα. Να σε παίρνει τηλέφωνο μόνο και μόνο για να δει αν έφαγες, λες και είσαι ακόμη δεκαπέντε χρονών.
Κι όμως, μέσα σε αυτές τις μικρές επαναλήψεις, στις ίδιες συμβουλές, στις ίδιες ερωτήσεις, κρύβεται κάτι συγκλονιστικό: η ανάγκη της να συνεχίσει να σε προστατεύει. Γιατί για μια μάνα δεν μεγαλώνεις ποτέ πραγματικά. Μπορεί να ασπρίσουν τα δικά σου μαλλιά, αλλά στα μάτια της θα είσαι πάντα το παιδί που φοβόταν το σκοτάδι και χτυπούσε την πόρτα του δωματίου της τα ξημερώματα.
Και κάπου εκεί αρχίζεις να καταλαβαίνεις πως η Ημέρα της Μητέρας δεν είναι μόνο γιορτή. Είναι και μια υπενθύμιση. Ότι ο χρόνος δεν περνά μόνο από πάνω μας. Περνά κι από εκείνους. Από τους ανθρώπους που κάποτε έμοιαζαν άφθαρτοι.
Αρχίζεις να έχεις ανάγκη όχι μόνο τη μητέρα, αλλά και τους δύο γονείς με έναν διαφορετικό τρόπο. Όχι επειδή δεν μπορείς να σταθείς μόνος σου, αλλά επειδή συνειδητοποιείς πόσο πολύτιμο είναι να υπάρχουν ακόμα εκεί. Να τους ακούς να μιλούν στο διπλανό δωμάτιο. Να εκνευρίζεσαι που σε ρωτούν αν ντύθηκες καλά ενώ έξω έχει ήλιο και είσαι σαράντα χρονών άνθρωπος. Να σου λένε «πρόσεχε» λες και η λέξη αυτή μπορεί ακόμη να νικήσει τον κόσμο.
Και ίσως τελικά μπορεί.
Γιατί όσο μεγαλώνεις, καταλαβαίνεις πως η αγάπη των γονιών δεν είναι οι μεγάλες στιγμές. Είναι οι μικρές, επαναλαμβανόμενες λεπτομέρειες που κάποτε θεωρούσες δεδομένες. Ένα τάπερ στην πόρτα. Ένα «πήγες σπίτι;». Ένα χέρι που ακουμπά τον ώμο σου χωρίς λόγο. Ένα βλέμμα που ακόμα ανησυχεί.
Και τότε αρχίζει ο φόβος. Όχι ο παιδικός φόβος. Ο άλλος. Ο ενήλικος. Εκείνος που σου ψιθυρίζει ότι κάποτε όλα αυτά θα λείψουν. Ότι κάποια μέρα θα έδινες τα πάντα για να ακούσεις άλλη μία φορά την ίδια ιστορία που σήμερα βιάζεσαι να διακόψεις.
Γι’ αυτό ίσως η μεγαλύτερη ωριμότητα δεν είναι να πάψεις να χρειάζεσαι τους γονείς σου. Είναι να καταλάβεις εγκαίρως πόσο ανάγκη έχεις ακόμη να τους έχεις κοντά.







