Του Κωνσταντίνου Κοντοκώστα
Τέσσερα σχεδόν χρόνια περίμενε ο Πάνος Ρούτσι για να καταθέσει για το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη, εκεί όπου έχασε τον γιο του Ντένις. Τέσσερα χρόνια που σημαδεύτηκαν από μια απεργία πείνας που κινητοποίησε μεγάλη μάζα της ελληνικής κοινωνίας.
Ο Πάνος Ρούτσι είχε την ευκαιρία να μιλήσει για αυτά που κράταγε μέσα του τόσα χρόνια ωστόσο οι δυνάμεις του δεν τον κράτησαν. Την Τετάρτη, λίγο μετά τις 2.30 το μεσημέρι, το δικαστήριο έκανε μια μικρή διακοπή για να συνεχίσει την κατάθεση του ο κ. Ρούτσι. Κάτι που τελικά δεν έγινε καθώς ο πατέρας του Ντένις αποχώρησε με φορείο από το Συνεδριακό Κέντρο και διακομίστηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας.
“»Οι διασώστες ζήτησαν να μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας επειδή είχε υψηλή πίεση και έντονο καρδιακό επεισόδιο» ανακοίνωσε στο δικαστήριο ο συνήγορος του Νίκος Κωνσταντόπουλος.
“Δεν θα σταματήσω μέχρι να μάθω πως πέθανε το παιδί μου”
Νωρίτερα ο κ. Ρούτσι πρόλαβε να καταθέσει για όσα βίωσε αυτά τα τέσσερα σχεδόν χρόνια από το βράδυ της σύγκρουσης.
«Δώδεκα λεπτά δύο τρένα κινούνταν στην ίδια γραμμή και κανένας δεν κατάλαβε ότι σε 12 λεπτά δεν θα υπήρχαν. Θέλαμε δεν θέλαμε γίναμε και εμείς ερευνητές. Σέβομαι και εμπιστεύομαι την δικαιοσύνη αλλά αυτό που έχω δει μέχρι σήμερα δεν νομίζω ότι κάποιοι λειτουργούν όπως πρέπει και αυτό με θλίβει πάρα πολύ όταν υπάρχουν τόσοι νεκροί. Η πληγή παραμένει ανοιχτή δεν έχει κλείσει. Ακόμα θρηνούμε. Ένα φανάρι να υπήρχε τα παιδιά θα ζούσαν. Δεν θα σταματήσω μέχρι να μάθω πως πέθανε το παιδί μου. Πιστεύουμε σε σας. Πιστεύουμε ότι η αλήθεια θα βγει και θα βγει γιατί όλοι εμείς οι συγγενείς δεν θα το αφήσουμε έτσι. Η δικαιοσύνη πρέπει να είναι ανεξάρτητη. Κυρία πρόεδρε πρέπει κάποια στιγμή όπου και να φτάνουν οι ευθύνες να λογοδοτήσουν. Δεν μπορούμε να ζήσουμε αυτό το μαρτύριο που περνάμε τέσσερα χρονιά σχεδόν. Δεν γίνεται άλλο. Δεν μπορούμε να έχουμε μια φυσιολογική ζωή” κατέθεσε μεταξύ άλλων ο κ. Ρούτσι.
Για την απεργία στο Σύνταγμα τόνισε πως αποφάσισε να την κάνει μόλις έκλεισε η ανάκριση τον Αύγουστο του 2025. “Λέω πρέπει να κάνω κάτι, δεν μπορώ να το αφήσω έτσι. Αποφάσισα χωρίς να το πω σε κανέναν να κάνω την απεργία πείνας. Δεν είπα σε κανέναν τίποτα. Επέλεξα εκείνο το σημείο γιατί πιστεύω ότι είναι πολύ ιερό σημείο. Από την πρώτη μέρα, από τις πρώτες ώρες αναρωτιόμουν αν είναι σωστό αυτό που έκανα και όμως ήταν σωστό. Ο κόσμος μου έδωσε δύναμη να αντέξω”.

«Σαν τον Σίσυφο…»
Η κατάθεση του κ. Ρούτσι έστω και ημιτελής ολοκλήρωσε ένα τριήμερο όπου για ακόμη μια φορά οι συγγενείς των θυμάτων περιέγραψαν την ζωή πριν και μετά το τραγικό δυστύχημα. Μίλησαν για τον αγώνα τους να μάθουν την αλήθεια και απαίτησαν την απονομή της δικαιοσύνης και την τιμωρία των ενόχων.
«Αναγκαστήκαμε εμείς οι συγγενείς να γίνουμε ερευνητές. Δυστυχώς σε αυτή την προσπάθεια η Πολιτεία ήταν απέναντι μας. Με την σύγκρουση φάνηκε ότι δεν λειτουργεί κανένα σύστημα ασφαλείας. Όλα τα προβλήματα στον σιδηρόδρομο ήταν γνωστά. Υπήρχαν επιστολές που προειδοποιούσαν για την κατάσταση. Δυστυχώς αδιαφορούσαν και τα πετούσαν στον κάλαθο των αχρήστων όλες αυτές τις προειδοποιήσεις. Θεωρώ ότι ο Καραμανλής ήταν ο νούμερο ένα υπεύθυνος για το έγκλημα των Τεμπών.
Τα στελέχη του ΟΣΕ όφειλαν να αναθεωρήσουν τον Γενικό Κανονισμό Κυκλοφορίας. Δυστυχώς τα δύο τρένα εν έτει 2023 κινούνταν για 12 ολόκληρα λεπτά σε συγκρουσιακή πορεία και δεν λειτουργούσε κανένα σύστημα ασφαλείας. Έστω και ένα σύστημα ασφαλείας να λειτουργούσε η σύγκρουση θα είχε αποφευχθεί. Με το “μπάζωμα” χάθηκαν πολύτιμα αποδεικτικά στοιχεία. Όταν άκουσα στο ηχητικό του 112 την Φραντσέσκα να φωνάζει δεν έχω οξυγόνο. Είναι κάτι που με βασανίζει και με στοιχειώνει. Τι έζησε το παιδί μου τις τελευταίες ώρες. Πόσο βασανίστηκε το παιδί μου. Η δικογραφία είναι ελλιπής. Οι ολιγωρίες του ανακριτή είχαν ως αποτέλεσμα να χαθούν πολύτιμα στοιχεία.
Η κρατική αμέλεια. το ρουσφέτι και η ατιμωρησία οδήγησαν στα Τέμπη. Είστε η μόνη μας ελπίδα. Η μόνη ελπίδα για αυτόν τον τόπο. Για να μην υπάρχουν άλλα Τέμπη. Για να ησυχάσει η ψυχούλα του Γιωργάκη μου και να ησυχάσουμε και εμείς» κατέθεσε η Δέσποινα Γκανίδου, μητέρα του Γιώργου Παπάζογλου.
«Είναι αλλιώς να χάνεις το παιδί σου στο καθήκον και αλλιώς αυτό που έγινε σε μας. Δεν μπορείς να νοηματοδοτήσεις αυτή την απώλεια. Δεν έχει νόημα αυτό που έγινε και για αυτό δεν μπορεί να το ενσωματώσει το μυαλό μας και το είναι μας. Χάθηκε αυτός ο κόσμος γιατί όλη αυτή η αλυσίδα που ονομάζουμε ελληνικός σιδηρόδρομος ήταν σάπια. Μετά το συμβάν δεν ζούμε, επιβιώνουμε. Είμαστε σαν τον Σίσυφο μόνο που εμείς κουβαλάμε και την νύχτα αυτόν τον βράχο. Μακάρι να αποδοθεί δικαιοσύνη και να τιμωρηθούν παραδειγματικά οι υπεύθυνοι» κατέθεσε ο Αθανάσιος Καραθεοδώρου, πατέρας του Νικήτα Καραθεοδώρου ο οποίος υπηρετούσε στο Πυροσβεστικό Σώμα.
«Η δικογραφία έκλεισε με μεγάλα κενά. Αντιμετωπίσαμε ένα κράτος που ήταν εχθρικό απέναντι σε μας τους γονείς. Διαπιστώσαμε ότι τα τρένα τρέχανε με αυξημένες ταχύτητες. Ήταν τραγικά υποστελεχωμένος ο σιδηρόδρομος. Οι υπουργοί τα ξέρανε, φτάνανε στα αυτιά των υπουργών. Όλα ξεκίνησαν με τον κατακερματισμό του ΟΣΕ, με την ιδιωτικοποίηση του πιο κερδοφόρου τμήματος. Το κάνανε σύμφωνα με τις κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν υπήρχε καμία διαχείριση του κινδύνου. Το κόστος κόντρα στην ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής. Εδώ δικάζεται ένα έγκλημα που θα μπορούσε να συμβεί οποιαδήποτε στιγμή. Όλοι ευθύνονται και κανείς δεν έκανε τίποτα για να το αποφύγει. Αυτό που θέλουμε είναι να μπουν στην φυλακή όσοι έχουν ευθύνη και υπαιτιότητα» κατέθεσε η Ελένη Βασάρα, μητέρα της Αγάπης Τσακλίδου.
Ο πατέρας της Αγάπης, Γιώργος Τσακλίδης ζήτησε να ακουστούν τρία ηχητικά στο δικαστήριο. «Τα ηχητικά δείχνουν ότι ο Γενικός Κανονισμός Κυκλοφορίας δεν ήταν αρκετός» κατέθεσε ο κ. Τσακλίδης αφού ολοκληρώθηκε η αναπαραγωγή των ηχητικών, που ήταν συνομιλίες μεταξύ σταθμαρχών-μηχανοδηγών που δεν σχετίζονται με την υπόθεση και προστέθηκαν αργότερα στην δικογραφία μετά από αιτήματα των συγγενών των θυμάτων. Στα ηχητικά αυτά ακούγονται οι συνομιλίες σταθμαρχών-μηχανοδηγών για φωτοσήματα και τηλεγραφήματα, για τον τρόπο δηλαδή που γίνονταν η κυκλοφορία των τρένων στον σιδηρόδρομο.
Την Τρίτη κατέθεσε ο πατέρας της Αναστασίας Παπαγγελή, ο οποίος καθ’ολη τη διάρκεια της κατάθεσής του είχε μπροστά του ένα μεγάλο πορτρέτο με την φωτογραφία της κόρης του. «Η ζωή μας χωρίστηκε σε δύο μέρη πριν το συμβάν και μετά το συμβάν. Ήταν ένας άγγελος μαζί μας για 18.5 χρόνια Ήταν ένα πολύ αξιόλογο παιδί. Ένα καλοκάγαθο παιδί. Όμως φτάσαμε σε εκείνο το βράδυ και γκρεμίστηκαν όλα. Από τότε η ζωή μας έχει αλλάξει. Άλλαξε ο τρόπος που κοιμόμαστε, που μιλάμε. Θα περίμενα από τον αρχηγό του κράτους να συγκεντρώσει όλους τους υπευθύνους σε μια αίθουσα και να τους στείλει όλους στο σπίτι τους και όταν η δικαιοσύνη αποφασίσει ότι είναι αθώοι να επιστρέψουν στις θέσεις τους.
Δεν το έκανε όμως. Αυτό μέσα μου με οδήγησε στο συμπέρασμα ότι είτε ο ίδιος είναι ανακατεμένος σε αυτό, είτε θέλει να προφυλάξει τους δικούς του. Υπάρχει πολιτική διάσταση στο έγκλημα των Τεμπών. Δεν ήταν κρατικό έγκλημα, ήταν κυβερνητικό έγκλημα. Η παθολογική σχέση πολιτικών και επιχειρηματιών όλα αυτά τα χρόνια οδηγεί σε θάνατο. Εκείνο το βράδυ δεν λειτουργούσε τίποτα, κανένα σύστημα ασφαλείας και ένας σταθμάρχης χωρίς εμπειρία, χωρίς βοήθεια και έγινε η σύγκρουση και ακολούθησε η πυρόσφαιρα, αυτή η τεράστια πυρκαγιά και αναρωτιόμαστε όλοι πως και γιατί και από τι; Όλοι ήξεραν τα πάντα και δεν έκαναν τίποτα να το αποτρέψουν, απλώς μειώνοντας τις ταχύτητες. Ήταν πρώτα η επιχείρηση, πρώτα οι οικονομικοί δείκτες. Πρέπει να ξεκινήσουμε ξανά από το Α. Αξιοπρέπεια, ασφάλεια και όλα τα άλλα να έρχονται μετά” τόνισε ο κ. Παπαγγελής ολοκληρώνοντας την κατάθεσή του με την φράση: «Πρέπει να αλλάξουμε φιλοσοφία, κουλτούρα να ξεκινήσουμε από την αρχή».

Την Τετάρτη η συνεδρίαση ξεκίνησε με τις καταθέσεις της οικογένειας του Αναστάσιου Κουτσόπουλου ,του 21χρονου φοιτητή από την Καρδίτσα.
«Εγώ θέλω να μάθω γιατί κάηκε ζωντανό το παιδί μου. Αυτό με ενδιαφέρει. Ήταν ακαριαίος ο θάνατος μας έλεγαν. Αλλά δεν ήταν έτσι, τα στοιχεία ήταν διαφορετικά. Γιατί ο Τάσος ζούσε. Αν δεν υπήρχε η φωτιά, ο Τάσος θα ζούσε. Εγώ θέλω να μάθω την αλήθεια. Αν δεν υπήρχε η φωτιά θα ζούσε. Τον πήραμε καμένο» κατέθεσε ο Δημήτρης Κουτσόπουλος, πατέρας του Τάσου, προσθέτοντας για τα ηχητικά που όπως κατέθεσε ήταν από το 112 που ενεργοποιήθηκε από το κινητό του γιου του μετά την σύγκρουση. «Μαθαίνουμε ότι το κινητό του Τάσου κάλεσε το 112… Λες και ήταν βαλτό αυτό το κινητό να ξεσηκώσει όλη την Ελλάδα».
Η μητέρα του, Βάσω Κούλπα, κατέθεσε: «Αναγνώρισα από την πρώτη στιγμή την φωνή του Τάσου μόλις άκουσα τα ηχητικά. Ταλαιπωρήθηκε, το κάψαν ζωντανό. Την αλήθεια θέλω να μάθω και η αλήθεια πίσω από τις τόσες ζωές που χάθηκαν δεν πρέπει να έχει κενά. Θέλω να κοιτάξω στα μάτια τον γιο μου και να πω έκανα τα πάντα για τον Τάσο. Θέλω να μην επηρεαστεί η αλήθεια και η δικαιοσύνη από πολιτικές σκοπιμότητες. Να είναι αμερόληπτη. Την αλήθεια για το παιδί μου, για τον Τάσο, για όλες τις οικογένειες που καταστράφηκαν. Δεν το δέχομαι το ανθρώπινο λάθος. Το ανθρώπινο λάθος είναι το τελευταίο…Το παιδί μου ήθελα. Μου το κάψανε. Όλα πρέπει να εξεταστούν».
Συνέχεια την Δευτέρα
Οι καταθέσεις των συγγενών των θυμάτων συνεχίζονται την προσεχή Δευτέρα. Να σημειωθεί πως πριν την ολοκλήρωση της συνεδρίασης την Τετάρτη, το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα να συμπληρωθεί η απόφαση για το κινητό του κατηγορούμενου σταθμάρχη της νυχτερινής βάρδιας. Η συμπλήρωση αφορούσε στο να οριστεί από το δικαστήριο συγκεκριμένη προθεσμία στην Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας για την παράδοση της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, που θα γίνει στη συσκευή του σταθμάρχη. Η εισαγγελέας πρότεινε να απορριφθεί το αίτημα καθώς όπως επεσήμανε η αρχική απόφαση του δικαστηρίου αναφέρει την παράδοση της πραγματογνωμοσύνης το «συντομότερο δυνατό».







