Του Σωτήρη Παστάκα
Η Ιταλίδα λεγόταν Λουτσία και ήταν εξήντα τεσσάρων. Είχε έρθει μόνη στη Σκιάθο, με ένα σακίδιο πλάτης και ένα καπέλο που δεν φορούσε ποτέ όταν φυσούσε. Της άρεσε να περπατά νωρίς, πριν γεμίσει ο τόπος φωνές. Πριν σαράντα χρόνια με τον Δημήτρη, έναν Έλληνα φοιτητή Ιατρικής από τα Τρίκαλα, που είχε γνωρίσει στη Νάπολη, δεν σηκώνονταν από το κρεβάτι αν δεν πήγαινε μεσημέρι εδώ στο ίδιο νησί, στο ίδιο ξενοδοχείο. Ήταν η χρονιά που την έφερε πρώτη φορά στην Ελλάδα. Επισκέφτηκαν τα Μετέωρα, τα Τρίκαλα (αλλά όχι το πατρικό του), τον Βόλο και τη Σκιάθο.

Εκείνο το πρωί στάθηκε κοντά στον διάδρομο. Το αεροδρόμιο της Σκιάθου είναι παγκοσμίως γνωστό για τον διάδρομό που βρίσκεται πολύ κοντά σε δημόσιο δρόμο και παραλία, καθιστώντας το δημοφιλές σημείο για «plane spotting». Οι άλλοι γελούσαν, τραβούσαν βίντεο, κρατούσαν τα καπέλα τους. Ένας νεαρός της είπε να προσέχει. Εκείνη χαμογέλασε. Είχε ζήσει αρκετά για να μη φοβάται τον αέρα στη δίνη της τουρμπίνας αεροσκάφους που απογειωνόταν στις 08:00 το πρωί.

Το αεροπλάνο γύρισε αργά. Οι μηχανές άρχισαν να ουρλιάζουν. Ο αέρας ήρθε πρώτα σαν προειδοποίηση, μετά σαν χτύπημα. Η άμμος σηκώθηκε. Τα πόδια της λύγισαν, όχι από φόβο, αλλά από έκπληξη. Με τη Λουτσία οι καταγεγραμμένοι τραυματισμοί από jet blast στη Σκιάθο φέτος ανέρχονται πλέον σε πέντε.

Σκέφτηκε για μια στιγμή την αυλή της στη Νάπολη, τις λεμονιές με τα χοντρά λεμόνια, τον Δημήτρη που μόλις πήρε το πτυχίο του γιατρού έγινε μπουχός. Παντρεύτηκε μια τρικαλινή με προίκα χωράφια και ακίνητα. Δεν ένιωσε πόνο όταν ο αέρας την έσπρωξε προς τα πίσω. Μόνο ένα κρύο, καθαρό κενό. Έπεσε στη θάλασσα χωρίς κραυγή. Το νερό την δέχτηκε ήσυχα. Για λίγο έμεινε κάτω, με τα μάτια ανοιχτά. Το φως έσπαγε σε κομμάτια πάνω της. Βγήκε στην επιφάνεια αργά. Κάποιος φώναζε. Ένας άλλος έτρεχε. Εκείνη έπιασε το καπέλο της που επέπλεε δίπλα της και το κράτησε σφιχτά. Όταν την έβγαλαν έξω, κάθισε στην άμμο. Έτρεμε, αλλά χαμογελούσε. Κοίταξε το αεροπλάνο που ήδη είχε χαθεί. Έπειτα τη θάλασσα. Ύστερα τα χέρια της. Κι ας μην κρατούσαν το χέρι του Δημήτρη. Ήταν ακόμα εδώ. Και αυτό της φάνηκε αρκετό.
«È niente», είπε. «Solo aria.»







