Συγκινούμαι από τις ανθρώπινες σχέσεις και το πώς αυτές γράφουν μέσα μας. Με απασχολεί το βίωμα -πώς ο άλλος εγγράφεται πάνω σου και πώς τελικά διαμορφώνεσαι μέσα από αυτή τη συνεύρεση. Οδηγός μου πάντα είναι μια βαθιά, αθεράπευτη πίστη στην ανθρώπινη καλοσύνη
Συνέντευξη στον Λάμπρο Αναγνωστόπουλο
Η έκθεση της Καλλιόπης Θεοφίλου «Το 2 που λείπει», που φιλοξενείται στον Ξενώνα ΗΩΣ στη Σκήτη έως το τέλος Σεπτεμβρίου, αποτελεί μια εικαστική πρόταση γύρω από την έννοια της σύνδεσης, της παρουσίας και της ανθρώπινης αναζήτησης. Μέσα από έργα που λειτουργούν σαν καθρέφτες –κυριολεκτικά και συμβολικά– η δημιουργός προσκαλεί τον επισκέπτη σε μια προσωπική συνομιλία με τις εικόνες και, τελικά, με τον ίδιο του τον εαυτό.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί στη larissanet, η Καλλιόπη Θεοφίλου μιλά για τον συμβολισμό του τίτλου, τη σχέση της τέχνης με τη φύση και τον άνθρωπο, την έμπνευση που γεννιέται από το βίωμα και τις ανθρώπινες σχέσεις, καθώς και για την εμπειρία που ευελπιστεί να αποκομίσει κάθε επισκέπτης φεύγοντας από την έκθεση.
Αναλυτικά η συνέντευξη:
Τι συμβολίζει το «2 που λείπει»; Ποια ήταν η αρχική ιδέα που οδήγησε στη δημιουργία αυτής της Έκθεσης;
«Το 2 που λείπει» λειτουργεί ως αλληγορία για την ανθρώπινη αναζήτηση της πληρότητας. Ωστόσο η ίδια η δομή των έργων αποτελείται από δίπτυχα -από ζεύγη καθρέφτες. Εκεί έγκειται και η ουσία: αυτό που νομίζουμε πως αναζητούμε ως απουσία στην πραγματικότητα είναι ήδη παρών στη δομή μας.
Ακόμη και στο λογότυπο το «2» κυριαρχεί ενώ η φράση «που λείπει» είναι σχεδόν υποσημείωση υπενθυμίζοντας πως η έλλειψη είναι απλώς μία ψευδαίσθηση της αντίληψής μας.
Τι σημαίνει για εσάς να παρουσιάζετε τα έργα σας σ’ έναν χώρο τόσο κοντά στη φύση;
Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα αλλά τα καλοκαίρια τα περνούσα στο χωριό του πατέρα μου, τον Παράδεισο Καβάλας. Η αντίθεση του αστικού τοπίου με αυτό του χωριού με γοήτευε από παιδί. Η Σκήτη και το περιβάλλον της μου θυμίζει πολύ τον τόπο καταγωγής μου. Η παρουσία των έργων στο φυσικό περιβάλλον ενός χωριού είναι μια επιστροφή στην πρωτογενή πηγή της αίσθησης. Έξω από τα αυστηρά όρια ενός αστικού εκθεσιακού χώρου, τα έργα αναπνέουν μαζί με το φως, το υγρό στοιχείο και τις υφές του τοπίου. Η τέχνη παύει να είναι μεμονωμένο αντικείμενο και γίνεται προσβάσιμη σε μία άμεση συνδιαλλαγή με την κοινότητα.

Από που αντλείτε την έμπνευσή σας; Τι σας συγκινεί περισσότερο σήμερα ως δημιουργό;
Ξεκινώ χωρίς καμία προαποφασισμένη θεωρία. Από ένστικτο. Η τέχνη είναι μια οργανική διαδικασία αποκάλυψης. Αυτό που προκύπτει είναι μία απάντηση σε μία ερώτηση που δεν γνώρισα καν ότι είχα θέσει. Είναι αξιοθαύμαστο πως η δημιουργία προηγείται της λογικής.
Συγκινούμαι από τις ανθρώπινες σχέσεις και το πώς αυτές γράφουν μέσα μας. Με απασχολεί το βίωμα -πώς ο άλλος εγγράφεται πάνω σου και πώς τελικά διαμορφώνεσαι μέσα από αυτή τη συνεύρεση. Οδηγός μου πάντα είναι μια βαθιά, αθεράπευτη πίστη στην ανθρώπινη καλοσύνη. Πιστεύω πως όλοι οι άνθρωποι έχουν πυρήνα από χρυσάφι.

Τι θα θέλατε να πάρει μαζί του ο επισκέπτης φεύγοντας από την Έκθεση;
Αν και κάθε έργο αφηγείται μία δική μου προσωπική ιστορία θα ήθελα ο επισκέπτης να κάνει τη δική του μετάφραση, Να πάρει μαζί του τη δική του αλήθεια. Να λειτουργήσει η εικόνα σαν καθρέφτης. Να αποχωρήσει με την αίσθηση ότι συνδέθηκε με κάτι δικό του.
Θυμάμαι μια κυρία που παρατηρώντας ένα έργο με ένα σώμα βυθιζόμενο με πλησίασε και με ρώτησε «Αυτό το σώμα που βυθίζεται είναι βαρύ ή ελαφρύ»;
Της απάντησα πως φέρει μεγάλο βάρος, ότι αφήνεται στη βύθιση. Κι όμως, ήταν καθηλωτικό πως εκείνη δεν είδε το βάρος. Είδε την ελαφρότητα της απελευθέρωσης.
Κι αν αυτό δεν είναι απόδειξη ότι η τέχνη είναι ένας διάλογος – ότι πάντα υπάρχουν δύο και το 2 δεν λείπει ποτέ- τότε τι είναι;










