Γράφει ο Λάμπρος Αναγνωστόπουλος
Η απόφαση του δικαστηρίου για την υπόθεση του Βασίλη Μάγγου, με την καταδίκη πέντε εκ των έξι αστυνομικών που κατηγορούνταν για τον βασανισμό του, δεν αποτελεί μόνο μια σημαντική δικαστική εξέλιξη. Έχει και μια άλλη κοινωνική διάσταση: υπενθυμίζει ότι η κρατική εξουσία δεν βρίσκεται πάνω από τον νόμο και ότι η αστυνομική αυθαιρεσία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα περιστατικό που ξεχνιέται με το πέρασμα του χρόνου.
Για τον πατέρα του, Γιάννη Μάγγο, η απόφαση σηματοδοτεί τη δικαίωση ενός πολυετούς αγώνα. «Ο Βασίλειος παραδίδεται στην ιστορία δικαιωμένος», δήλωσε, απευθυνόμενος στον συγκεντρωμένο κόσμο που βρέθηκε στο πλευρό της οικογένειας. Μια φράση που συμπυκνώνει τόσο την προσωπική απώλεια όσο και τη συλλογική διάσταση μιας υπόθεσης που ξεπέρασε τα όρια μιας οικογενειακής διεκδίκησης. «Και τώρα μπορούμε να πάμε σπίτι μας να κλάψουμε για την απώλεια», κατέληξε.
Η σημασία της απόφασης αποτυπώνεται και στις επισημάνσεις του δικηγόρου της οικογένειας, Θοδωρή Καπάτου, ο οποίος έκανε λόγο για ιστορική δικαίωση, υπογραμμίζοντας τον κακουργηματικό χαρακτήρα των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκαν οι αστυνομικοί. Παράλληλα, διευκρίνισε ότι για τις πράξεις που αφορούσαν την καταγγελλόμενη κακοποίηση κατά τη μεταφορά του Βασίλη με περιπολικό, το δικαστήριο μετέτρεψε τις κατηγορίες σε απλή σωματική βλάβη και προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας. Δεν επιβλήθηκαν ποινές για αυτές, καθώς επρόκειτο για αδικήματα που διώκονται κατ’ έγκληση και δεν είχε υποβληθεί η απαιτούμενη έγκληση. Όπως εξήγησε, αυτό δεν σημαίνει ότι το δικαστήριο δεν αναγνώρισε τις πράξεις, αλλά ότι δεν μπορούσαν να τιμωρηθούν ποινικά υπό τις συγκεκριμένες διαδικαστικές προϋποθέσεις.

Όταν ο προσωπικός πόνος γίνεται συλλογική διεκδίκηση
Υπάρχει, ωστόσο, μια διάσταση της υπόθεσης που δεν περιορίζεται στις δικαστικές αίθουσες. Είναι ο αγώνας του πατέρα και της μητέρας του Βασίλη Μάγγου, οι οποίοι αρνήθηκαν να αφήσουν την υπόθεση να ξεχαστεί. Με επιμονή, δημόσιες παρεμβάσεις και παρουσία σε κάθε στάδιο της δικαστικής διαδικασίας, μετέτρεψε κυρίως ο Γιάννης Μάγγος, την προσωπική τους τραγωδία σε μια ευρύτερη διεκδίκηση για δικαιοσύνη και λογοδοσία.
Σε αυτό το σημείο, η περίπτωση του Μάγγου συναντάται, ως προς την κοινωνική της διάσταση, με τον αγώνα της Μάγδας Φύσσα. Δύο γονείς που βρέθηκαν αντιμέτωποι με την δολοφονία των παιδιών τους και αποφάσισαν να μη σιωπήσουν. Η Μάγδα Φύσσα έδωσε έναν μακροχρόνιο αγώνα για τη δικαίωση του Παύλου, ο οποίος δολοφονήθηκε από τον χρυσαυγίτη Γιώργο Ρουπακιά. Ο Γιάννης Μάγγος στάθηκε στην πρώτη γραμμή της διεκδίκησης δικαιοσύνης για τον γιο του, μετά την κακοποίησή του από αστυνομικούς.
Οι δύο υποθέσεις είναι διαφορετικές ως προς τα γεγονότα και τις συνθήκες τους. Έχουν, όμως, ένα κοινό κοινωνικό χαρακτηριστικό: αναδεικνύουν πώς η επιμονή ενός ανθρώπου μπορεί να κρατήσει ένα ζήτημα ζωντανό στη δημόσια συζήτηση, να κινητοποιήσει την κοινωνία και να απαιτήσει για απαντήσεις. Η καταδίκη των πέντε αστυνομικών δεν αναιρεί όσα συνέβησαν ούτε αναπληρώνει την μεγάλη απώλεια, αποτελεί, όμως, μια δικαστική αναγνώριση της ευθύνης για πράξεις που αφορούν την άσκηση κρατικής εξουσίας πάνω στο σώμα και την αξιοπρέπεια ενός πολίτη.
Το ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο η απόδοση ευθυνών σε μια συγκεκριμένη υπόθεση. Είναι να μη χρειάζεται κάθε οικογένεια να δίνει έναν πολυετή και εξαντλητικό αγώνα για να ακουστεί. Να υπάρχουν θεσμοί που ελέγχουν, μηχανισμοί που λειτουργούν και μια κοινωνία που δεν συνηθίζει την βία και την αυθαιρεσία. Η δικαιοσύνη δεν πρέπει να εξαρτάται από την αντοχή των συγγενών των θυμάτων. Και η προστασία των πολιτών δεν μπορεί να σταματά στην πόρτα ενός αστυνομικού τμήματος. Που κάποιες φορές, ακόμη και αυτή η πόρτα, δεν είναι αρκετή.







