Δώδεκα αναμετρήσεις μέσα στους επόμενους 18 μήνες μπορεί να αναδιαμορφώσουν τον πολιτικό χάρτη μέσα από τις εκλογές στην Ευρώπη, με την Ακροδεξιά να διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο σε κρίσιμες κάλπες και τις παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις να δοκιμάζονται.
Από την Ισπανία του Πέδρο Σάντσεθ και τη Γαλλία, όπου η Μαρίν Λεπέν εμφανίζεται ενισχυμένη ενόψει των προεδρικών εκλογών, μέχρι την Ιταλία της Τζόρτζια Μελόνι και την Πολωνία, οι κάλπες που έρχονται ενδέχεται να καθορίσουν όχι μόνο τις κυβερνήσεις των επόμενων ετών, αλλά και την κατεύθυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε ένα περιβάλλον έντονης πολιτικής πόλωσης, κοινωνικών πιέσεων και γεωπολιτικών κρίσεων, το ερώτημα είναι αν οι παραδοσιακές δυνάμεις μπορούν να ανακόψουν τη δυναμική της Ακροδεξιάς ή αν η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια βαθιά πολιτική ανατροπή.
Εκλογές στην Ευρώπη: Το ημερολόγιο των αναμετρήσεων
Το εκλογικό ημερολόγιο κατά τον επόμενο ενάμιση χρόνο περιλαμβάνει αναμετρήσεις με εκλογές σε αρκετές χώρες στην Ευρώπη, μεταξύ των οποίων η Σερβία, η Ισπανία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Πολωνία, η Εσθονία, η Φινλανδία, η Ελλάδα, η Βουλγαρία και η Σλοβακία. Οι εκλογές περιλαμβάνουν διαφορετικές διαδικασίες, από βουλευτικές έως προεδρικές, ενώ στη Γερμανία αναμένονται και αναμετρήσεις σε επίπεδο κρατιδίων. Φυσικά, το ενδιαφέρον να επικεντρώνεται κυρίως στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές χώρες, όπου οι σημερινές δημοσκοπικές τάσεις προμηνύουν σημαντικές μεταβολές στους πολιτικούς συσχετισμούς.
Ισπανία: Το στοίχημα του Σάντσεθ απέναντι στη Δεξιά και το Vox
Η πολιτική διαδρομή του Πέδρο Σάντσεθ χαρακτηρίζεται από επανειλημμένες ανατροπές των προβλέψεων που τον ήθελαν να χάνει τον έλεγχο των εξελίξεων. Η νέα εκλογική αναμέτρηση, ωστόσο, ενδέχεται να αποδειχθεί η δυσκολότερη δοκιμασία της πολιτικής του σταδιοδρομίας.
Ο Ισπανός πρωθυπουργός αποφάσισε να προχωρήσει σε πρόωρες εκλογές, ορίζοντάς τες για τις 29 Νοεμβρίου. Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται η στεγαστική κρίση, καθώς δύο κυβερνητικά νομοθετικά διατάγματα για την αντιμετώπισή της δεν πέρασαν από το κοινοβούλιο, έπειτα από τη σύμπραξη του συντηρητικού Λαϊκού Κόμματος (PP), του ακροδεξιού Vox και του καταλανικού Junts.
Η επιλογή του Σάντσεθ να προσφύγει πρόωρα στις κάλπες συνδέεται με την προσπάθειά του να μετατρέψει την κοινοβουλευτική ήττα σε εκλογικό πλεονέκτημα, στρέφοντας τη συζήτηση στη στάση των κομμάτων που εμπόδισαν τις συγκεκριμένες νομοθετικές πρωτοβουλίες. Τα πρώτα δημοσκοπικά δεδομένα, πάντως, δείχνουν ότι η αναμέτρηση θα είναι ιδιαίτερα δύσκολη για τους Σοσιαλιστές.
Έρευνα που πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό της El País καταγράφει το PP στην πρώτη θέση με 31,9%, ενώ το PSOE ακολουθεί με 28,1%. Η μεγαλύτερη μεταβολή εντοπίζεται στο Vox, το οποίο φτάνει στο 18,9%, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από εκείνο που είχε καταγράψει το 2023.
Την ίδια στιγμή, η υποχώρηση του αριστερού Sumar, που στηρίζει την κυβέρνηση, επιβαρύνει τις προοπτικές του σημερινού κυβερνητικού στρατοπέδου. Με βάση τις εκτιμήσεις της συγκεκριμένης έρευνας, τα κόμματα της Δεξιάς και της Ακροδεξιάς θα μπορούσαν να συγκεντρώσουν 198 έδρες. Πρόκειται για αριθμό που υπερβαίνει κατά πολύ το όριο των 176 εδρών, το οποίο απαιτείται για την απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Εάν αυτή η εικόνα αποτυπωθεί και στην κάλπη, ο Σάντσεθ θα βρεθεί αντιμέτωπος με την απώλεια της εξουσίας, παρά το γεγονός ότι έχει καταφέρει μέχρι σήμερα να ξεπεράσει σειρά πολιτικών κρίσεων.
Γαλλία: Η προεδρία περνά μέσα από τη μάχη Λεπέν – Μελανσόν
Η Γαλλία είναι μία ακόμη χώρα όπου οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν ενίσχυση της Δεξιάς και της Ακροδεξιάς. Η αναμέτρηση για την προεδρία την επόμενη άνοιξη συγκεντρώνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς τα σημερινά δεδομένα δείχνουν σημαντική υποχώρηση του πολιτικού Κέντρου.
Η τελευταία μέτρηση της Harris Interactive σκιαγραφεί ένα σκηνικό στο οποίο οι δύο υποψήφιοι που εμφανίζονται να διεκδικούν την πρόκριση στον δεύτερο γύρο προέρχονται από αντίθετες πλευρές του πολιτικού φάσματος. Η Μαρίν Λεπέν, εκπρόσωπος της εθνικιστικής Ακροδεξιάς, συγκεντρώνει ποσοστό από 35% έως 37%, ενώ ο Ζαν-Λικ Μελανσόν, επικεφαλής της ριζοσπαστικής Αριστεράς, κινείται μεταξύ 18% και 19%.
Παρότι και οι δύο εμφανίζουν ανοδική πορεία, η Λεπέν θεωρείται φαβορί για την επικράτηση στον δεύτερο γύρο. Σημαντικός παράγοντας σε αυτή την εκτίμηση είναι η αποδυνάμωση της παραδοσιακής συσπείρωσης των ψηφοφόρων απέναντι στην Ακροδεξιά, του λεγόμενου «δημοκρατικού τείχους», που επί χρόνια λειτουργούσε ως εμπόδιο στην κατάληψη της εξουσίας από την παράταξη της Λεπέν.
Ενδεικτικό της μεταβολής του κλίματος είναι ότι το 51% των Γάλλων θεωρεί πως η Λεπέν θα μπορούσε να αποτελέσει «καλή πρόεδρο». Παράλληλα, ένα σημαντικό τμήμα της γαλλικής ελίτ φέρεται να την προτιμά από τον Μελανσόν, αντιμετωπίζοντάς την ως το «μικρότερο κακό» μεταξύ των δύο.
Η προεδρική αναμέτρηση δεν αφορά, επομένως, μόνο τη διαδοχή του Εμανουέλ Μακρόν, αλλά και το ενδεχόμενο μιας διαφορετικής πολιτικής κατεύθυνσης για τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης.
Ιταλία και Πολωνία στο ίδιο εκλογικό κάδρο
Οι εξελίξεις στην Ισπανία και τη Γαλλία αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα αν συνυπολογιστούν οι προοπτικές στην Ιταλία και την Πολωνία. Οι δύο χώρες αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για τη διαμόρφωση των πολιτικών συσχετισμών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η επόμενη εκλογική περίοδος μπορεί να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τις δυνάμεις της εθνικιστικής Δεξιάς.
Στην Ιταλία, η Τζόρτζια Μελόνι διατηρεί, με βάση την εικόνα που περιγράφεται, ισχυρή θέση και δεν φαίνεται προς το παρόν να απειλείται σοβαρά ενόψει της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης. Στην Πολωνία, αντίθετα, το βασικό ενδεχόμενο που καταγράφεται είναι η επιστροφή της σκληροπυρηνικής Δεξιάς στην εξουσία, με την παράταξη αυτή να διεκδικεί την επικράτηση με αξιώσεις.
Αν οι εκτιμήσεις για τις τέσσερις χώρες παραπάνω επιβεβαιωθούν, η Ευρώπη θα μπορούσε να βρεθεί μπροστά σε μια πρωτοφανή μετατόπιση των πολιτικών ισορροπιών. Σε αυτή την περίπτωση, τέσσερις από τις πέντε μεγαλύτερες χώρες της ηπείρου, με βάση τον πληθυσμό τους, ενδέχεται να διαθέτουν εθνικιστικές κυβερνήσεις, στις οποίες η Ακροδεξιά θα έχει σημαντική επιρροή.
Η προοπτική αυτή έχει προκαλέσει ανησυχία σε αναλυτές που παρακολουθούν τη μεταβολή των ευρωπαϊκών πολιτικών συσχετισμών. «Δεν νομίζω ότι είναι υπερβολικό να πούμε ότι θα πρόκειται για το τέλος της Ευρώπης όπως την ξέραμε», ανέφερε στους Financial Times η Ναταλί Τότσι, καθηγήτρια Διεθνών Σχέσεων στη Σχολή Τζονς Χόπκινς στην Μπολόνια.
Από την αντιπολίτευση στην εξουσία: Οι προσαρμογές της Μελόνι και της Λεπέν
Η ενίσχυση της Ακροδεξιάς δεν σημαίνει ότι οι θέσεις των κομμάτων της παραμένουν αναγκαστικά ίδιες όταν αυτά πλησιάζουν στην εξουσία ή αναλαμβάνουν τη διακυβέρνηση. Ορισμένοι παρατηρητές επισημαίνουν ότι η Τζόρτζια Μελόνι προχώρησε σε σημαντικές προσαρμογές κατά την πορεία της προς την πρωθυπουργία της Ιταλίας.
Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται η αποδοχή του ευρώ και της δημοσιονομικής πειθαρχίας, καθώς και η ευθυγράμμιση της κυβέρνησής της με το ΝΑΤΟ σε σχέση με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Πρόκειται για επιλογές που διαφοροποιούνται από ορισμένες θέσεις που είχε υποστηρίξει στο παρελθόν η πολιτική της παράταξη.
Ανάλογα μηνύματα, σύμφωνα με τις σχετικές εκτιμήσεις, εκπέμπει το τελευταίο διάστημα και η Μαρίν Λεπέν. Η στάση αυτή έχει τροφοδοτήσει τη συζήτηση για το κατά πόσο τα ακροδεξιά κόμματα προσαρμόζουν την πολιτική τους προκειμένου να διευρύνουν την εκλογική τους απήχηση.
Οι πολεμικές συγκρούσεις και οι κοινωνικές κρίσεις στην Ευρώπη αποτελούν το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσεται η εκλογική ενίσχυση των συγκεκριμένων κομμάτων.
Γερμανία: Χωρίς εκλογές, αλλά με αμφισβητούμενη κυβερνητική σταθερότητα
Οι πολιτικές ανακατατάξεις δεν περιορίζονται στις χώρες που πρόκειται να προσφύγουν σύντομα στις κάλπες. Στη Γερμανία, όπου δεν προβλέπονται εθνικές εκλογές μέσα στον επόμενο χρόνο, η κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς αντιμετωπίζει ήδη δυσκολίες.
Η κυβερνητική θέση εμφανίζεται εύθραυστη μετά τα εκλογικά πλήγματα του περασμένου μήνα σε δύο κρατίδια. Τα αποτελέσματα αυτά στις εκλογές στην χώρα – «ατμομηχανή» στην Ευρώπη, αποτέλεσαν νέα δοκιμασία για το κυβερνητικό σχήμα και ενίσχυσαν την αβεβαιότητα γύρω από την πολιτική του αντοχή. Η γερμανική περίπτωση προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αστάθειας στο ευρωπαϊκό σκηνικό.
Οι εκλογές των επόμενων 18 μηνών θα αποτελέσουν, συνεπώς, κρίσιμο τεστ για τις πολιτικές δυνάμεις σε ολόκληρη την Ευρώπη. Από την Ισπανία και τη Γαλλία έως την Ιταλία και την Πολωνία, τα αποτελέσματα ενδέχεται να επηρεάσουν τόσο την εσωτερική πολιτική κάθε χώρας όσο και τις ισορροπίες στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.







