«Οι πολιτισμοί ζουν δίπλα και μέσα ο ένας στον άλλον»
Του Λάμπρου Αναγνωστόπουλου
Μια ξεχωριστή βραδιά ήταν η περασμένη Παρασκευή στη Ραψάνη, εκεί όπου το Μουσείο Οίνου και Αμπέλου γέμισε κόσμο, μουσική και… παράδοση. Ο Παντελής Μπουκάλας και η Ναταλία Λαμπαδάκη ταξίδεψαν το κοινό μέσα από τα «δημοτικά τραγούδια της ξενιτιάς», σε μια εκδήλωση που είχε εκείνη τη σπάνια αίσθηση ότι η παράδοση παραμένει ζωντανή όταν συναντά ανθρώπους που ξέρουν να την αφηγούνται.
Ο Μπουκάλας, με τον ιδιαίτερο λόγο του και η Ναταλία Λαμπαδάκη με τη εξαιρετική φωνή της, έδωσαν στα «δημοτικά τραγούδια της ξενιτιάς» μια ξεχωριστή δύναμη.
Με αφορμή την ομιλία του εκεί, καλεσμένος από το «Πρόγραμμα Προαγωγής Αυτοβοήθειας», ο συγγραφέας, δημοσιογράφος και μελετητής του δημοτικού τραγουδιού Παντελής Μπουκάλας μίλησε στο larissanet.gr για τη σχέση του με την παράδοση, τη διαχρονικότητα της λαϊκής ποίησης, αλλά και για τις σύγχρονες προσεγγίσεις ενός πολιτιστικού θησαυρού που, όπως λέει, εξακολουθεί να έχει πολλά να μας διδάξει.
Αρχικά, τον ρωτήσαμε αν ύστερα από δεκαετίες ενασχόλησης με το δημοτικό τραγούδι, εξακολουθεί ανακαλύπτει στοιχεία που τον εκπλήσσουν. «Με εντυπωσιάζει ακόμη η παρρησία του, η ευθύτητά του και μια αμεροληψία που θα ήταν πολύτιμη και στις μέρες μας», σημειώνει, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο πως η μελέτη της παράδοσης δεν σημαίνει ούτε επιστροφή στις ρίζες ούτε μιμητισμό. «Οι ρίζες ήταν την εποχή που ήταν. Δεν μιλάμε για αντιγραφή. Μιλάμε για έναν τεράστιο πλούτο που αξίζει να γνωρίσουμε και να κατανοήσουμε».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο κ. Μπουκάλας στα Μουσικά Σχολεία, τα οποία χαρακτήρισε ως μία από τις πιο επιτυχημένες επιλογές της ελληνικής εκπαίδευσης που εν γένει έχει πολλά προβλήματα. Όπως τόνισε, από εκεί αναδεικνύονται νέοι μουσικοί με γνώση αλλά και μεράκι για το δημοτικό τραγούδι. «Όταν συνδυάζονται αυτά τα δύο, το αποτέλεσμα είναι εξαιρετικό», λέει, επισημαίνοντας πως συχνά επισκέπτεται σχολεία για να συζητήσει με τους μαθητές γύρω από την παράδοση και τη δημοτική ποίηση.
Η παρουσία του στη Ραψάνη δεν ήταν η πρώτη. Είχε συμμετάσχει και σε αντίστοιχη εκδήλωση το 2023, ενώ αυτή τη φορά τον συνόδευσε η ερμηνεύτρια Ναταλία Λαμπαδάκη, με την οποία τους συνδέει και μια ξεχωριστή συνεργασία. Ο ίδιος υπέγραψε την εισαγωγή στο βιβλίο-CD «Τα τραγούδια της ντροπής», από τις Εκδόσεις ΚΨΜ, μια συλλογή δημοτικών τραγουδιών που αναφέρονται στις γυναικοκτονίες.
«Το δημοτικό τραγούδι ιστορεί αυτές τις ιστορίες χωρίς να παραλείπει τίποτα και χωρίς να βγάζει διδακτικά ή καταγγελτικά συμπεράσματα. Αφήνει την ίδια την αφήγηση να μιλήσει», εξηγεί, φέρνοντας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα το τραγούδι του Μενούση, το οποίο εξακολουθεί να ακούγεται και να χορεύεται στα πανηγύρια, παρότι περιγράφει μία από τις πιο βίαιες και παράλογες γυναικοκτονίες της δημοτικής μας παράδοσης.
Ο Παντελής Μπουκάλας θυμίζει ακόμη ότι το δημοτικό τραγούδι δεν υπήρξε ποτέ ένα στατικό δημιούργημα. Αντίθετα, άλλαζε συνεχώς από τόπο σε τόπο και από γενιά σε γενιά, καθώς κάθε κοινότητα και κάθε τραγουδιστής πρόσθετε τη δική του εκδοχή. «Ο δημοτικός τραγουδιστής αποβλέπει στον ακροατή της εποχής του ο οποίος γίνεται και συνδημιουργός του τραγουδιού του, τα τραγούδια αναδιαμορφώνονται από πανηγύρι σε πανηγύρι, από νομό σε νομό αλλά και από τυφλούς τραγουδιστές, υπάρχει αυτή η παράδοση των τυφλών τραγουδιστών. Ένας τέτοιος είχε εντυπωσιάσει τον Διονύσιο Σολωμό. Τον είχε ακούσει να τραγουδάει ένα δικό του δίστιχο σε μια υπόγεια ταβέρνα της Ζακύνθου. Ο Κόντε Διονύσιος ενθουσιάστηκε πραγματικά, πήγε κέρασε όλο το ταβερνείο και το συγκεκριμένο επεισόδιο το μνημονεύει δυο φορές ο Σεφέρης. Και για να μας δείξει τη λατρεία του Σολωμού για τον δημοτικό πολιτισμό αλλά και για να μας δείξει ποια είναι μια από τις πηγές της ελληνικής ποίησης που δεν την αξιοποιήσαμε πολύ. Έχω πει ότι αν οι Έλληνες σουρεαλιστές, υπερρεαλιστές γνώριζαν σε βάθος το δημοτικό τραγούδι δεν θα επηρεάζονταν από τη Γαλλία τόσο όσο από το δημοτικό τραγούδι, η φαντασία του οποίου είναι απεριόριστη».

Η πρόσφατη αναβίωση των πανηγυριών και η στροφή των νέων προς το παραδοσιακό τραγούδι σήμερα είναι, κατά τον ίδιο, ένα ενδιαφέρον κοινωνικό φαινόμενο, που όμως «δεν είναι και τόσο παρήγορο» και χρειάζεται προσοχή. «Το ότι χορεύεται ένας ικαριώτικος στην Καστοριά ή ένα ποντιακό στη Μάνη δείχνει κυρίως την ανάγκη των ανθρώπων να συναντηθούν και να διασκεδάσουν. Το θέμα είναι και τι μένει από εκεί και μετά, εάν αυτή η μεταλαβιά της συγκεκριμένης κομπανίας του πανηγυριού είναι αυθεντική».
Παράλληλα απορρίπτει τους εθνικιστικούς ανταγωνισμούς γύρω από την παράδοση, είτε αυτοί αφορούν τη φουστανέλα είτε τα κλαρίνα είτε τους χορούς. «Οι κυκλικοί χοροί δεν είναι ελληνική πατέντα. Υπάρχουν σε πολλούς πολιτισμούς γιατί είναι ο φυσικός τρόπος να συγκροτείται μια κοινότητα που χορεύει. Αστειότητες, όπως οι “πόλεμοι” που γίνονται μεταξύ Ελλήνων και Αλβανών π.χ. για το ποια είναι τα καλύτερα κλαρίνα ή αν είναι η φουστανέλα δική τους ή δική μας. Υπάρχουν ξέρετε εξαιρετικοί κλαριντζήδες τόσο Έλληνες όσο και Αλβανοί. Είναι βλακώδη διλήμματα αυτά, πρέπει να το ξεπεράσουμε αυτό το στάδιο γιατί πολιτισμικά ή κοινωνικά δεν έχει νόημα».
Η μελέτη του δημοτικού τραγουδιού, όπως εξηγεί, δεν μπορεί να περιορίζεται στα σημερινά εθνικά σύνορα. Οι λαοί των Βαλκανίων συνυπήρξαν επί αιώνες, αντάλλαξαν στοιχεία του πολιτισμού τους και διαμόρφωσαν μια κοινή πολιτισμική εμπειρία. «Οι πολιτισμοί ζουν δίπλα και μέσα ο ένας στον άλλον», υπογραμμίζει, θυμίζοντας ότι κατά την Οθωμανική περίοδο οι διαχωρισμοί γίνονταν κυρίως με βάση τη θρησκεία και όχι την εθνότητα. Η κοινή ιστορική εμπειρία και οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των λαών των Βαλκανίων είναι, κατά την άποψή του, ένα κεφάλαιο που συχνά παραγνωρίζεται όταν η παράδοση εξετάζεται μέσα από αυστηρά εθνικά φίλτρα.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσει και τη γλώσσα. Στέκεται ιδιαίτερα στους Βλάχους, έναν πληθυσμό που, όπως λέει, για πολλά χρόνια βρέθηκε στο περιθώριο. Πρόσφατα μάλιστα, όπως θυμάται άκουσε ξανά βλάχικα στο Συρράκο. «Το χαίρομαι όταν ακούω έναν ανεμπόδιστο λόγο», λέει χαρακτηριστικά.

Ολοκληρώνοντας τη συζήτησή μας, ο Παντελής Μπουκάλας, στάθηκε στη σημασία των διαλέκτων και των γλωσσικών ιδιωμάτων, τα οποία χαρακτήρισε ανεκτίμητο πολιτιστικό κεφάλαιο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα θεωρεί τα τσακώνικα, μια σπάνια ελληνογενή διάλεκτο που αποτελεί επιβίωση της αρχαίας δωρικής, λακωνικής διαλέκτου και εξακολουθεί να ακούγεται στην Τσακωνιά. Για τον Μπουκάλα, η απώλεια μιας τέτοιας γλωσσικής μορφής δεν σημαίνει απλώς ότι χάνεται ένας διαφορετικός τρόπος ομιλίας. Χάνεται ένα κομμάτι της ίδιας της πολιτισμικής μνήμης. «Αυτός είναι ο πραγματικός πλούτος μας», καταλήγει. «Είναι κρίμα να μένει μόνο αποθησαυρισμένος στα βιβλία».
Ευχαριστούμε θερμά τον φωτογράφο Βαγγέλη Κουσιώρα για τις φωτογραφίες.







