Οι έφηβοι έτσι κι αλλιώς μοιάζουν με σκαντζόχοιρους, εξωτερικά είναι αγκαθωτοί, απότομοι και προκλητικοί, εσωτερικά όμως είναι εξαιρετικά ευάλωτοι. Τα αγκάθια υπάρχουν κυρίως για να τους προστατεύσουν, παρά για να επιτεθούν. Όταν, όμως, ένας νέος νιώθει ότι απειλείται συνεχώς, από εσωτερικούς ή εξωτερικούς κινδύνους, μπορεί τελικά να χρησιμοποιήσει αυτά τα αγκάθια για να πληγώσει τους άλλους
Του Λάμπρου Αναγνωστόπουλου
Λίγα εκατοστά ήταν αρκετά για να χωρίσουν μια οικογένεια από μια τραγωδία. Η επίθεση με μαχαίρι που δέχθηκε ο ανήλικος γιος του Λαρισαίου καλλιτέχνη Δημήτρη Φωτίου, ξημερώματα της περασμένης Κυριακής στον Πλαταμώνα, δεν αποτελεί απλώς ακόμη ένα περιστατικό του αστυνομικού δελτίου. Είναι μια ακόμη υπενθύμιση ότι η βία μεταξύ ανηλίκων εμφανίζεται ολοένα και πιο σκληρή, πιο απρόβλεπτη και, πολλές φορές, χωρίς κανένα προσωπικό κίνητρο ανάμεσα σε θύτη και θύμα.
Ο ανήλικος πήρε εξιτήριο από το Γενικό Νοσοκομείο Κατερίνης την περασμένη Τετάρτη και, όπως δήλωσε στη larissanet ο πατέρας του, χρειάζεται πλέον κυρίως ψυχολογική στήριξη, καθώς το σοκ της επίθεσης ήταν μεγάλο. Την ίδια ώρα, οι έρευνες των αστυνομικών αρχών βρίσκονται σε εξέλιξη, με την Αστυνομία να έχει συλλέξει υλικό από κάμερες ασφαλείας και να επιχειρεί την ταυτοποίηση των εμπλεκόμενων προσώπων.
«Έτυχε να είναι το δικό μου παιδί. Αύριο μπορεί να είναι κάποιο άλλο. Το δικό μου ήταν τυχερό μέσα στην ατυχία του, το επόμενο μπορεί να μην είναι», σημειώνει ο Δημήτρης Φωτίου, υπογραμμίζοντας πως το ζήτημα της έξαρσης της νεανικής βίας αφορά ολόκληρη την κοινωνία. «Πρέπει συνολικά ως κοινωνία να δούμε τι θα κάνουμε και πώς θα σταματήσουν αυτά τα φαινόμενα», τονίζει.
Το περιστατικό επαναφέρει με επιτακτικό τρόπο ένα ερώτημα που απασχολεί γονείς, εκπαιδευτικούς και ειδικούς: γιατί ολοένα και συχνότερα η βία γίνεται τρόπος έκφρασης για κάποιους νέους και γιατί οι επιθέσεις αποκτούν χαρακτηριστικά ακραίας αγριότητας;
Με αφορμή το συγκεκριμένο περιστατικό, συνομιλήσαμε με τον ψυχολόγο – ψυχοθεραπευτή και συγγραφέα Γιώργο Γιαννούση, ο οποίος επιχειρεί να φωτίσει τις ψυχολογικές και κοινωνικές διαστάσεις της νεανικής βίας. Μιλά για την εφηβεία ως μια περίοδο μεγάλων μεταβάσεων, για τον ρόλο της οικογένειας και της κοινότητας, αλλά και για την ανάγκη η κοινωνία να αναζητήσει ουσιαστικές απαντήσεις πέρα από την καταγγελία και την τιμωρία. Γιατί, όπως επισημαίνει, η πρόληψη της βίας δεν είναι μόνο ζήτημα καταστολής, αλλά πρωτίστως ζήτημα σχέσεων, ορίων και συλλογικής ευθύνης.

Αναλυτικά:
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια αυξανόμενη ένταση στα περιστατικά βίας μεταξύ ανηλίκων. Πρόκειται για πραγματική αύξηση ή απλώς τα περιστατικά γίνονται περισσότερο γνωστά;
Είναι γεγονός ότι τα περιστατικά γίνονται περισσότερο γνωστά, λόγω της γενικότερης ευαισθητοποίησης των κοινωνιών μας, αλλά και της μεγάλης δημοσιότητας που λαμβάνουν από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και κοινωνικής δικτύωσης. Ωστόσο, δεν υπάρχουν σαφή επιστημονικά δεδομένα που να αποδεικνύουν μια ανεξέλεγκτη έκρηξη της ανήλικης παραβατικότητας. Αυτό που σίγουρα έχει αλλάξει είναι η ένταση του φαινομένου, καθώς πληθαίνουν τα φαινόμενα μιας κλιμακούμενης σε ένταση βίας. Η εφηβική βία ντύνεται πολύ συχνά με ένα σκληρό πρόσωπο και γίνεται επικίνδυνη. Σε πολλές περιπτώσεις ξεφεύγει από τα όρια της επιθετικότητας ή της εκτόνωσης, γίνεται καταστροφική και μετατρέπεται σε μέσο κυριαρχίας και επιβολής. Η επιθετικότητα με άλλα λόγια δεν αφορά την διαχείριση των συναισθημάτων των εφήβων στις μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις, αλλά την έκφραση βαθύτερων ψυχικών ελλειμμάτων.
Η εφηβική βία μας προκαλεί έντονο προβληματισμό και κάθε φορά που συμβαίνει ένα βίαιο περιστατικό, όλοι αναρωτιόμαστε «γιατί έγινε;» και μπαίνουμε σε ένα φαύλο κύκλο όπου οι δημοσιογράφοι ρωτούν (και καταγγέλλουν), η κοινωνία καταγγέλλει (και αναρωτιέται) και οι ειδικοί εξηγούν (αλλά το πρόβλημα δεν επιλύεται). Η εξήγηση του φαινομένου απαιτεί βαθιές κατανοήσεις και ακόμη βαθύτερες τομές στον τρόπο που οργανώνεται μια κοινωνία και λειτουργούν οι θεσμοί της. Δεν μπορούμε να δούμε το ζήτημα απομονωμένο από τις κοινωνικοπολιτικές του διαστάσεις, ούτε να το θεραπεύσουμε εστιάζοντας μόνο στον ψυχισμό των εφήβων.
Ποιοι ψυχολογικοί και κοινωνικοί παράγοντες μπορούν να οδηγήσουν έναν έφηβο στο να ασκήσει ακραία βία, ακόμη και με χρήση μαχαιριού;
Η εφηβεία είναι μια περίοδος «αναγέννησης» του ανθρώπου, μέσα σε λίγα χρόνια αλλάζει το σώμα, αλλάζει ο τρόπος σκέψης, αλλάζουν οι σχέσεις με τους γονείς και τους συνομηλίκους. Ο έφηβος καλείται να αφήσει πίσω το παιδί που ήταν, χωρίς ακόμη να γνωρίζει τον ενήλικα που θα γίνει. Αυτή η μετάβαση ακολουθείτε από μια τεράστια ψυχική ενέργεια. Η ίδια αυτή δύναμη μπορεί να οδηγήσει έναν νέο στην τέχνη, στον αθλητισμό, στον έρωτα ή στην κοινωνική προσφορά. Αν όμως δεν περιβάλλεται από υγιή όρια, υγιείς σχέσεις και υγιή νοήματα, μπορεί να εκφραστεί ως θυμός και βία. Κι όσο περισσότερο βαθαίνει το υπαρξιακό του κενό, τόσο περισσότερο μπορεί να αυξάνεται η πιθανότητα της επιλογής της βίαιης συμπεριφοράς, η οποία στις μέρες μας μπορεί να φτάσει ακόμη και σε ακραίες μορφές.
Σε αυτές τις περιπτώσεις το μαχαίρι είναι το σύμβολο μιας δύναμης που ο έφηβος δεν κατάφερε να εσωτερικεύσει λειτουργικά και να τη διοχετεύσει σε δημιουργικά έργα. Μιας δύναμης που πολύ συχνά κρύβει πίσω από το παγερό και σκληρό της πρόσωπο έναν έφηβο που αισθάνεται αδύναμος, φοβισμένος, βαθιά ανασφαλής, μόνος, αλλά και ικανός για οποιαδήποτε καταστροφή.
Ποιος είναι ο ρόλος της οικογένειας στην πρόληψη τέτοιων συμπεριφορών; Υπάρχουν προειδοποιητικά σημάδια που οι γονείς συχνά αγνοούν;
Όπου η οικογένεια λειτουργεί συνεκτικά, θέτει ένα υγιές πλαίσιο μεγαλώματος και κυρίως το πράττει με ένα βιωματικό τρόπο, τότε σαφώς διευκολύνει το ομαλό πέρασμα των παιδιών της στην ενηλικίωση. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτά τα παιδιά δεν θα έχουν δυσκολίες και προβλήματα, ωστόσο μειώνονται σημαντικά οι πιθανότητες να υιοθετήσουν τη βία ως μέρος της ταυτότητάς τους.
Η βίαιη συμπεριφορά, η οποία σημειωτέων δεν αφορά το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού των εφήβων, συνήθως παράγεται μέσα σε δυσλειτουργικά περιβάλλοντα. Σε κάθε περίπτωση ενός βίαιου εφήβου χρειάζεται να στρέψουμε το φακό στο τι συμβαίνει στην οικογένεια. Καταρχάς στο πλαίσιο των αρχών και των αξιών της, καθώς σε πολλές περιπτώσεις οι έφηβοι απλά αναπαράγουν τη βία που έχουν βιώσει μέσα στο σπίτι τους. Δευτερευόντως στις ψυχικές ελλείψεις των γονιών, στην αδυναμία τους να θέσουν λειτουργικά όρια, στις άκαμπτες πεποιθήσεις τους, στους φτωχούς οικονομικούς, πνευματικούς, κοινωνικούς πόρους, στην ακραία επίδειξη δύναμης, κ.ο.κ. Η οικογένεια χρειάζεται να συνειδητοποιήσει ότι όπως παράγει και αναπαράγει τη βία, έτσι μπορεί και να τη θεραπεύσει, αρκεί να την αναγνώσει ως σύμπτωμα της δικής της δυσλειτουργίας και επιχειρήσει τις αντίστοιχες αλλαγές.
Σε γενικότερο επίπεδο η οικογένεια δεν μπορεί να προστατεύσει το παιδί από κάθε κίνδυνο, μπορεί όμως να του δώσει κάποια σημαντικά εφόδια όπως ασφάλεια, όρια και την εμπειρία ότι κάποιος το ακούει πραγματικά, ότι είναι σημαντικός και ταυτόχρονα του καλλιεργεί την υπευθυνότητα, τον σεβασμό, την αλληλεγγύη.
Οι γονείς πρέπει να έχουν στο νου τους ότι πρώτα χρειάζεται να κατανοήσουν τον ψυχικό κόσμο των παιδιών τους κι έπειτα να προσπαθήσουν να ελέγξουν τη συμπεριφορά τους. Ένας έφηβος που απομονώνεται, δυσκολεύεται να διαχειριστεί το θυμό του, απαξιώνει τους άλλους ή νιώθει ότι δεν ανήκει πουθενά, δεν χρειάζεται περισσότερους κανόνες και συμβουλές από γονείς που δεν μπορούν να διαχειριστούν αυτή την αντιξοότητα, αλλά περισσότερο διάλογο και ουσιαστική σχέση.
Σε κάθε περίπτωση που οι γονείς αισθανθούν ότι χάνουν τον έλεγχο της γονεϊκότητας, δεν μπορούν να θέσουν όρια, συγχέουν την αγάπη με την ανοχή και παράλληλα διακρίνουν απότομες αλλαγές στη συμπεριφορά του εφήβου, τότε καλό είναι να σκύψουν πάνω από το ζήτημα και να αναζητήσουν βοήθεια.
Η πρόληψη της βίας δεν είναι πρωτίστως ζήτημα καταστολής, αλλά ζήτημα σχέσεων. Είναι η ικανότητα μιας κοινότητας να προσφέρει στα παιδιά και στους εφήβους τρόπους και τόπους που θα αισθανθούν ότι έχουν αξία, ότι ανήκουν και ότι μπορούν να ονειρευτούν το μέλλον τους. Όσο πιο ισχυροί είναι αυτοί οι δεσμοί, τόσο λιγότερο χώρο αφήνουμε στη βία να γίνει ο τρόπος με τον οποίο ένας νέος αναζητά ταυτότητα, δύναμη ή αναγνώριση
Βλέπουμε ότι πολλές επιθέσεις γίνονται χωρίς προσωπική διαφορά μεταξύ δράστη και θύματος. Πώς εξηγείται αυτή η «τυφλή» βία;
Στην πραγματικότητα η βία δεν είναι ποτέ τυφλή, αποκτά όμως ένα αλλοπρόσαλλο πρόσωπο, καθώς πολύ συχνά εκτοξεύεται με τυφλότητα, γίνεται δηλαδή αυτοσκοπός. Στις περιπτώσεις που η βία ασκείται για τη βία οι έφηβοι την απογυμνώνουν από οποιοδήποτε νόημα και την ασκούν ως μέσο επιβολής και κυριαρχίας. Ο έφηβος δεν επιτίθεται σε ένα συγκεκριμένο άνθρωπο, αλλά στις δικές τους αντιφάσεις, στις δικές του άλυτες συγκρούσεις, στους δικούς του ανομολόγητους πόνους, που δεν μπορεί να εκφράσει διαφορετικά. Το θύμα γίνεται ο αποδέκτης ενός ψυχικού ελλείμματος κι ενός ψυχικού πόνου που αφορά τον θύτη κι όχι τις δικές του ιδέες, απόψεις ή συμπεριφορές.
Οι έφηβοι έτσι κι αλλιώς μοιάζουν με σκαντζόχοιρους, εξωτερικά είναι αγκαθωτοί, απότομοι και προκλητικοί, εσωτερικά όμως είναι εξαιρετικά ευάλωτοι. Τα αγκάθια υπάρχουν κυρίως για να τους προστατεύσουν, παρά για να επιτεθούν. Όταν, όμως, ένας νέος νιώθει ότι απειλείται συνεχώς, από εσωτερικούς ή εξωτερικούς κινδύνους, μπορεί τελικά να χρησιμοποιήσει αυτά τα αγκάθια για να πληγώσει τους άλλους.
Πώς βιώνει ψυχολογικά ένα παιδί ή ένας έφηβος που δέχεται μια τόσο βίαιη επίθεση; Ποιες μπορεί να είναι οι συνέπειες ακόμη και όταν τα σωματικά τραύματα επουλωθούν;
Η εφηβεία είναι η περίοδος κατά την οποία ο άνθρωπος ανοίγεται σταδιακά προς τον κόσμο. Απομακρύνεται από την προστασία της οικογένειας, δημιουργεί φιλίες, ερωτεύεται, δοκιμάζει τις δυνάμεις του και αρχίζει να χτίζει την εμπιστοσύνη του στους άλλους. Μια βίαιη επίθεση εναντίον του ή πόσο μάλλον μια επαναλαμβανόμενη αίσθηση κινδύνου, μπορεί να ανατρέψει βίαια αυτή την εξελικτική πορεία.
Το τραύμα δεν αφορά μόνο τις σωματικές πληγές μιας βίαιης επίθεσης, αλλά κυρίως τη σχέση του εφήβου με τον κόσμο. Ένας νέος που δέχεται μια τόσο ακραία επίθεση μπορεί να πιστέψει ότι οι άνθρωποι είναι επικίνδυνοι, ότι δεν υπάρχει ασφαλές μέρος ή ότι η δύναμη είναι ο μόνος τρόπος επιβίωσης.
Οι συνέπειες είναι να νιώθει αυξημένο άγχος, υπερένταση, φόβο και να απομονωθεί. Κάποιοι έφηβοι στρέφουν τον πόνο προς τα μέσα, ενώ άλλοι, στην προσπάθειά τους να μη νιώσουν ξανά αδύναμοι, ταυτίζονται ασυνείδητα με τον επιτιθέμενο υιοθετώντας και οι ίδιοι επιθετικές συμπεριφορές.
Γι’ αυτό η φροντίδα δεν μπορεί να περιορίζεται στην αποκατάσταση των σωματικών τραυμάτων μόνο, αλλά χρειάζεται να βοηθήσουμε τον νέο να ξαναβρεί την εμπιστοσύνη στον εαυτό του, στους ανθρώπους και στη ζωή. Η μεγαλύτερη νίκη απέναντι στη βία είναι να μην επιτρέψουμε στο τραύμα να καθορίσει τον τρόπο με τον οποίο θα ζήσει και θα σχετιστεί στο μέλλον.
Πώς μπορεί η τοπική κοινωνία να συμβάλει στην πρόληψη της νεανικής βίας;
Η νεανική βία δεν είναι μόνο οικογενειακό ή σχολικό πρόβλημα, είναι ένα ζήτημα που αφορά ολόκληρη την κοινότητα. Ένας έφηβος δεν μεγαλώνει μόνο μέσα στο σπίτι του, μεγαλώνει στη γειτονιά, στις παρέες, στους αθλητικούς και πολιτιστικούς συλλόγους, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και, τελικά, μέσα στον πολιτισμό που όλοι μαζί δημιουργούμε.
Η πρόληψη αρχίζει όταν οι νέοι νιώθουν ότι ανήκουν κάπου, ότι υπάρχει γύρω τους ένας κόσμος ενηλίκων που τους βλέπει, τους ακούει, τους εμπιστεύεται και τους δίνει χώρο να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους δημιουργικά. Ένας έφηβος που βρίσκει νόημα στον αθλητισμό, στην τέχνη, στον εθελοντισμό ή στη συμμετοχή στα κοινά έχει περισσότερες πιθανότητες να μετατρέψει τη δύναμη της ηλικίας του σε δημιουργικότητα.
Παράλληλα, χρειάζεται να αλλάξουμε και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τους ίδιους τους εφήβους. Όταν τους παρουσιάζουμε συλλήβδην ως απειλή, όταν κυριαρχεί ο φόβος και η καχυποψία, ενισχύουμε την απόσταση ανάμεσα στις γενιές. Οι νέοι δεν έχουν ανάγκη μόνο από όρια, αλλά και από την εμπιστοσύνη μας. Χρειάζονται μια κοινωνία που να πιστεύει στις δυνατότητές τους και όχι μόνο να φοβάται τις αδυναμίες τους.
Η πρόληψη της βίας δεν είναι πρωτίστως ζήτημα καταστολής, αλλά ζήτημα σχέσεων. Είναι η ικανότητα μιας κοινότητας να προσφέρει στα παιδιά και στους εφήβους τρόπους και τόπους που θα αισθανθούν ότι έχουν αξία, ότι ανήκουν και ότι μπορούν να ονειρευτούν το μέλλον τους. Όσο πιο ισχυροί είναι αυτοί οι δεσμοί, τόσο λιγότερο χώρο αφήνουμε στη βία να γίνει ο τρόπος με τον οποίο ένας νέος αναζητά ταυτότητα, δύναμη ή αναγνώριση.
Η νεανική βία δεν προλαμβάνεται όταν φοβόμαστε περισσότερο τους εφήβους, προλαμβάνεται όταν οι έφηβοι έχουν περισσότερους λόγους να αγαπήσουν τον κόσμο στον οποίο μεγαλώνουν.







