Γράφει ο Μπαλντούνης Ευάγγελος, Kαθηγητής φιλόλογος – συγγραφέας – ιστορικός ερευνητής
Η Τσαριτσάνη είναι ένα ιστορικό χωριό, γεμάτο ομορφιές, παράδοση και λεβεντιά, στις παρυφές του Ολύμπου.
ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΟΝΟΜΑΣΙΑΣ: Αναφέρονται τα εξής: α) ότι το όνομα δόθηκε προς τιμήν της συζύγου κάποιου σλάβου στρατηγού, που τη λέγανε Τσαρίτσα, η οποία απεβίωσε και ενταφιάστηκε στο χωριό. β) ότι έχει να κάνει με τη στρατηγική της θέση (απάνεμη, περιβάλλεται από τρεις πλευρές από βουνά, τριγύρω δάση και άφθονα νερά), και οι Σλάβοι (που την είχαν έδρα στρατιωτικών δυνάμεων) την ονόμασαν Τσαρ-τζαν, δηλαδή, πόλη Τσάρων – Βασιλική πόλη. Μετά την κατάκτηση από τους Τούρκους, το όνομα άλλαξε σε «Καλίσαλη», δηλαδή, πόλη των εκκλησιών. Αυτή η ονομασία όμως αγνοήθηκε από τους κατοίκους και την ιστορία, χρησιμοποιήθηκε μόνο στα επίσημα Τουρκικά έγγραφα της εποχής.
Η ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ: Ο αρχαιολόγος Αρβανιτόπουλος, σε ανασκαφές που έκανε στον βόρειο και πάνω από την Τσαριτσάνη λόφο, τον γνωστό ως «Τρανό Αηλιά», το 1912, βρήκε θολωτούς τάφους και τείχη ακρόπολης της αρχαϊκής εποχής, που πιθανόν να ανήκουν σε κάποια αρχαία θεσσαλική πόλη, ίσως την αρχαία Όρθη. Είναι λοιπόν τόπος κατοικημένος από την απώτατη αρχαιότητα. Η επίσημα καταγεγραμμένη ιστορία της Τσαριτσάνης ξεκινάει περίπου τον 7ο αι. μ.Χ. με την κάθοδο των Σλάβων στον ελληνικό χώρο.

ΟΙ ΛΟΓΟΙ και Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΝΘΗΣΗΣ και ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΑΣ: Η ανάπτυξη του χωριού κορυφώθηκε τον 18ο αι., χάρη στη βιοτεχνική δραστηριότητα των κατοίκων της και το εμπόριο μεταξωτών, κόκκινων νημάτων και υφαντών. Ανάρπαστα ήταν στις ευρωπαϊκές αγορές τα προϊόντα της ντόπιας βιοτεχνίας: βαφή νημάτων και ύφανση μεταξωτών και βαμβακερών υφασμάτων. Υπήρχαν δέκα Συνεταιρισμοί – Συντροφίες υφαντών.
Αυτή η άνθηση του εμπορίου οδήγησε τους κατοίκους της σε ταξίδια στα Βαλκάνια και στην Ευρώπη. Εκεί, δέχτηκαν επιρροές από τον Διαφωτισμό, με αποτέλεσμα οι ιδέες του να διδαχτούν από τους δασκάλους της Τσαριτσάνης (και μετέπειτα διδασκάλους του Γένους): Κωνσταντίνο Κούμα, Ιωάννη Πέζαρο και Κωνσταντίνο Οικονόμου εξ Οικονόμων. Χάρη σ’ αυτή την οικονομική και πολιτιστική της άνοδο, η Τσαριτσάνη αναδεικνύεται σε θαυμαστό πολιτιστικό κέντρο της Ρωμιοσύνης. Η θεσσαλική κωμόπολη αποτέλεσε τόπο διαφώτισης, καθοδήγησης και εκπαιδευτικό κέντρο του ελληνισμού στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

ΤΟ «ΔΙΔΑΚΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ» και Η «ΟΙΚΟΝΟΜΕΙΟΣ ΣΧΟΛΗ»: Το «Διδακτικό Σχολείο» της Τσαριτσάνης άρχισε να λειτουργεί το 1690. Σε αυτό δίδαξαν φωτισμένοι δάσκαλοι του Γένους και διαπρεπείς λόγιοι, όπως ο Ευγένιος Βούλγαρης, ο Kωνσταντίνος Kούμας και ο επιφανής τσαριτσανιώτης κληρικός και Φιλικός Kωνσταντίνος Oικονόμος ο εξ Oικονόμων. Έως το 1910 τα Εκπαιδευτήρια Τσαριτσάνης στεγάζονταν στην παλαιά κατοικία του Κ. Οικονόμου.
Τότε περατώθηκε το τριώροφο καλλιμάρμαρο γυμνάσιο, που ονομάστηκε «Οικονόμειος Σχολή», προς τιμήν του ευεργέτη της κωμόπολης K. Oικονόμου του εξ Oικονόμων. Ήταν το μοναδικό πρότυπο γυμνάσιο στην επαρχία Ελασσόνας ως το 1943 (χρονιά που τα στρατεύματα κατοχής το πυρπόλησαν μαζί με το υπόλοιπο χωριό).
Στο υπόγειο του σχολείου είχε μεταφερθεί εκείνη την περίοδο το σύνολο της αρχαιολογικής συλλογής της Ελασσόνας για να προστατευθεί. Κατά την πυρπόληση θάφτηκε κάτω από τα χαλάσματα. Το κτίριο ανοικοδομήθηκε το 1956 με δωρεές ομογενών της Αμερικής για να επαναλειτουργήσει ως σχολείο. Κοντά στην πλατεία του χωριού βρίσκεται και το Αρχοντικό Ντουμπλά, το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως προξενείο της Αυστρίας το 18ο αι. Στο ιστορικό αυτό Αρχοντικό έμενε ενίοτε και ο Παύλος Μελάς (μάθαινε νέα από τους ντόπιους για τις κινήσεις των Τούρκων).

Ο ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ: Ξεχωριστή αναφορά πρέπει να γίνει στο ναό του Αγίου Νικολάου (1615), μιας και εντός του βρίσκονται έργα θαυμαστά: αρχικά, η πελώρια σύνθεση “η ρίζα του Ιεσσαί”. Η σύνθεση περιλαμβάνει 90 ολόσωμες μορφές, εκ των οποίων οι 12 είναι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι (κάτι πολύ σπάνιο, αφού σε πανελλήνια κλίμακα το συναντάμε μόνο σε πέντε μέρη). Οι 12 ολόσωμοι αρχαίοι Έλληνες σοφοί είναι οι: Θαλής, Δίων, Απολλώνιος Τυανεύς, Πλάτων, Πλούταρχος, Ιώσηπος (Εβραίος συγγραφέας βαθιά επηρεασμένος από την Ελληνική σκέψη), Σόλων, Ζήνων, Αριστοτέλης, Σίβυλλα, Σοφοκλής, Θουκυδίδης.
Η τοποθέτηση τους εκφράζει την άποψη ότι η Ελληνική φιλοσοφία προετοίμασε την ανθρωπότητα για το χριστιανικό κήρυγμα, και ο Ελληνικός λόγος ήταν το γλωσσικό εργαλείο που θα χρησιμοποιούσε ο χριστιανισμός για να διαδοθεί. Πολύ μεγάλη εντύπωση μέσα στο ναό κάνει και η σύνθεση “ο καιρός του χρόνου” (1753) γεμάτη νόημα και αλήθεια για τη μοίρα του ανθρώπου, καθώς και η αινιγματική σύνθεση “ο ζωδιακός κύκλος”.
ΟΙ ΜΟΝΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ και ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ: Το Σεπτέμβρη του 1823 οι Τούρκοι χάλασαν τη μονή του Αγίου Αθανασίου. Είχε 5 πατώματα και ήταν σκεπασμένη με μολύβι, το οποίο μετέφεραν στον Τύρναβο και σκέπασαν τα εκεί τζαμιά. Η μονή πυρπολήθηκε από τους Αλβανούς Γκέγκηδες το 1878. Κατά την Κατοχή λειτούργησε ως στρατηγείο αντιστασιακών δυνάμεων. Η άλλη μονή του Αγίου Δημητρίου (Βαλέτσικο), βρίσκεται σε ειδυλλιακή τοποθεσία ΒΑ της Τσαριτσάνης. Λέγεται ότι χτίστηκε από ηγεμόνα ή στρατηγό Σλάβο και τη σύζυγό του (που έμεναν στην Τσαριτσάνη), όταν με τη βοήθεια της σεπτής εικόνας του Αγίου Δημητρίου θεραπεύτηκε ο γιος τους (στα Σλαβικά Βαλέτσικο σημαίνει “μικρό παιδί”). Η παράδοση μας μιλά και για το θαύμα με τον έφιππο Άγιο Δημήτριο, το οποίο συνέβη στις 6/11/1904, και ανάγκασε τους Τούρκους στρατιώτες να φύγουν για πάντα από τη μονή (υπήρχε στρατιωτικό φυλάκιο λόγω κλεφτών και ανταρτών). Η Μονή έπαιξε μεγάλο ρόλο στον αγώνα της απελευθέρωσης, αφού με συνθηματικές φωτιές ειδοποιούσαν το μοναστήρι Ολυμπιώτισσας Ελασσόνας για διακίνηση πυρομαχικών και ανθρώπων. Στο Βαλέτσικο επίσης φιλοξενήθηκε το 1767 ο Διδάσκαλος του Γένους Κοσμάς ο Αιτωλός.
ΤΑ ΠΥΡΓΟΣΠΙΤΑ ΤΗΣ ΤΣΑΡΙΤΣΑΝΗΣ: Μέσα στο χωριό διασώζεται το πυργόσπιτο του Μάμτζιου (1770), μοναδικό πλέον δείγμα της θαυμάσιας τοπικής αρχιτεκτονικής. Τα πυργόσπιτα (λιθόκτιστα θολωτά τριώροφα κτίρια), φτιαγμένα από κορασάνι (φυσικό σκυροκονίαμα με ασβέστη), είχαν κατασκευαστεί για να προστατεύουν τους κατοίκους από τις επιδρομές των Σλάβων, των ληστών και των Γκέγκηδων (στίφη Αλβανών που κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ακολουθούσαν τα Τούρκικα στρατεύματα, ληστεύοντας και καταστρέφοντας ότι απέμενε από το πέρασμα των Τούρκων).
Μες τα υπόγεια (τα λεγόμενα μπουντρούμια) κρύβονταν οι κάτοικοι στις διάφορες επιδρομές. Εκεί υπήρχαν και Χαβούζες (μεγάλα βαρέλια, μέσα στα οποία μάζευαν βρόχινο νερό για τις δουλείες τους και για τις εργασίες των υφαντών σε καιρούς ξηρασίας). Είχαν φροντίσει να φτιάξουν και λαγούμια (υπόγειες μυστικές σήραγγες). Στο υπόγειο του πυργόσπιτου του Μάμτζιου υπάρχουν 10 πολεμίστρες, στο ισόγειο 15, στον πρώτο όροφο 20, στον δεύτερο 14 και στον τρίτο 12, σύνολο 71. Ο φωτισμός και ο αερισμός γινόταν μέσα από αυτές τις πολεμίστρες. Υπάρχουν και 2 ζεματίστρες στη δυτική πλευρά του δευτέρου ορόφου. Το πάχος του τοίχου είναι 1 μέτρο, το ύψος του 15 μέτρα. Κρίθηκε διατηρητέος από την Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Θεσσαλίας. Στον δεύτερο και τρίτο όροφο έμενε ο πυργοδεσπότης με την οικογένεια του. Στις ένδοξες μέρες, το όλο κτίσμα (πύργος, προκτίσματα, πύλη, τείχος) έμοιαζε με απόρθητο φρούριο και ενέπνεε αίσθημα ασφαλείας.
Η ΣΤΑΔΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΜΗ: Η Τσαριτσάνη την εποχή της Σλαβικής ευημερίας ονομαζόταν «Αλτίν Τσαρίτσανη»= χρυσή Τσαριτσάνη. Στη φθίση του χωριού συνετέλεσαν πολλά: αρχικά, η χρησιμοποίηση από την αγγλική βιομηχανία του ατμού και των χημικών βαφών, έκανε μη βιώσιμες τις ελληνικές επιχειρήσεις. Έπειτα το 1813 ενέσκηψε στην Τσαριτσάνη και σε όλη την επαρχία επιδημία πανώλης, με αποτέλεσμα την ερήμωση του χωριού. Μια περιγραφή της τότε κατάστασης μας δίνει το τοπικό θρηνώδες άσμα: «Σ’ όλο τον κόσμο ξαστεριά, σ’ όλο τον κόσμο ήλιος, μόν’ στην καημένη Τσαρίτσανη, καπνός κι αντάρα βγαίνει. Βάρεσε το θανατικό, θανατικό μεγάλο, απ’ το μεγάλο Σάββατο στ΄ Αναληψιού το βράδυ, εννιά χιλιάδες πέθαναν κορίτσια απ΄τη δασκάλα, κι άλλες εννιά μας πέθαναν μικραρραβωνιασμένα, σκουριάσανε κι οι κλειδαριές, χορτάριασαν κι οι πόρτες, σκούζουν οι μάννες για παιδιά και τα παιδιά για μάννες….».
– Μετά το 1881 και την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, άρχισε να παραγκωνίζεται διότι οι Τούρκοι για να επιβλέπουν τα Ελληνοτουρκικά σύνορα στη Μελούνα, είχαν ανάγκη στρατιωτικών δυνάμεων, τις οποίες εγκατέστησαν στην Ελασσόνα. Την Ελασσόνα επίσης όρισαν ως έδρα Καϊμακάμη (δηλαδή Έπαρχου), η οποία αν και είχε παντός είδους δημόσιες υπηρεσίες, είχε ελάχιστο Ελληνικό και χριστιανικό πληθυσμό (σε αντίθεση με την τότε Τσαριτσάνη, που είχε 5.000 Έλληνες χριστιανούς κατοίκους και ήταν έδρα μητρόπολης ως το 1915). Μετά συνέβησαν οι επιδρομές των Αλβανών Γκέγκηδων το 1878, η καταστροφική πλημμύρα το 1883, καθώς και η διπλή καταστροφή (1943 και 1944) του χωριού από τα Ιταλικά και Γερμανικά στρατεύματα.







