Σύμφωνα με τη Eurostat, η χώρα μας έχει το υψηλότερο ποσοστό των νοικοκυριών που δεν έχουν επαρκή θέρμανση, με την έρευνα να αφορά την περυσινή περίοδο, πριν από τον φετινό εφιάλτη.
Οι αιτίες είναι τα χαμηλά εισοδήματα και οι υψηλοί φόροι που βαρύνουν το πετρέλαιο θέρμανσης, όσο κι αν επιμένει η κυβέρνηση να αγνοεί τη συγκεκριμένη παράμετρο.
Στο πετρέλαιο θέρμανσης, ο ελάχιστος ειδικός φόρος κατανάλωσης που θέτει η Ε.Ε. είναι 21 ευρώ ανά χιλιόλιτρο, αλλά στην Ελλάδα σήμερα βρίσκεται στα 280 ευρώ ανά χιλιόλιτρο, δηλαδή 13 φορές πάνω από το ελάχιστο όριο.
Μέχρι τον Οκτώβριο του 2011, ο ΕΦΚ ήταν στα 21 ευρώ ανά χιλιόλιτρο, αλλά με το πρώτο μνημόνιο σχεδόν τριπλασιάστηκε, στα 60 ευρώ. Τότε άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις τα πρώτα σύννεφα καπνού από τα τζάκια και τις σόμπες. Οι καπνοί πύκνωσαν το 2012, όταν, με το δεύτερο μνημόνιο, ο ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης εκτοξεύτηκε στα 330 ευρώ.
Το 2013, ο ΕΦΚ μειώθηκε στα 230 ευρώ, ενώ τον Οκτώβριο του 2016, με το τρίτο μνημόνιο αυξήθηκε, στα 280 ευρώ, όπου και παραμένει, πιέζοντας τα νοικοκυριά.
Η κυβέρνηση θεωρεί ότι λύνει το πρόβλημα με το επίδομα θέρμανσης, καθώς ενισχύονται τα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα (και όσοι φοροδιαφεύγουν).
Όμως, τα κριτήρια του επιδόματος αποκλείουν μεγάλα στρώματα του πληθυσμού. Οικογένεια με δύο παιδιά δεν επιδοτείται, αν δηλώνει εισόδημα 34.001 ευρώ. Επίσης, το εισοδηματικό κριτήριο δεν λαμβάνει υπόψη αν η οικογένεια αυτή βαρύνεται με ενοίκιο, ή στεγαστικό δάνειο, με δαπάνες για φροντιστήρια των παιδιών, υψηλότερο φόρο εισοδήματος κ.λπ., που σημαίνει ότι το διαθέσιμο εισόδημά της είναι πολύ χαμηλότερο.
Οι φορείς της αγοράς προτείνουν οριζόντια μέτρα, όπως επιδότηση στην αντλία και μείωση του ΕΦΚ. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η μείωση του ΕΦΚ έχει υψηλό κόστος. Ασφαλώς και θα έχει. Όπως, τεράστιο είναι το κόστος που επωμίζονται τα νοικοκυριά τα τελευταία 15 χρόνια.
Πάνος Φ. Κακούρης







