Στο επίκεντρο συνταξιούχοι με πάνω από 30 έτη ασφάλισης
Σε έναν μεγάλο κύκλο ελέγχων σε περίπου 35.000 συντάξεις προχωράει ο ΕΦΚΑ, αναζητώντας περιπτώσεις στις οποίες ο επανυπολογισμός είτε δεν έχει ολοκληρωθεί είτε έχει «κολλήσει» εξαιτίας ελλιπών ασφαλιστικών δεδομένων. Σύμφωνα με πληροφορίες του Dnews πρόκειται για ένα από τα τελευταία δύσκολα κομμάτια του επανυπολογισμού των συντάξεων, καθώς πίσω από τον συνολικό αριθμό βρίσκονται διαφορετικές κατηγορίες ασφαλισμένων και φάκελοι που σε αρκετές περιπτώσεις απαιτούν εξατομικευμένο έλεγχο. Έτσι ο ΕΦΚΑ προχωρά σταδιακά στην εκκαθάρισή τους, με τις περιπτώσεις στις οποίες διαπιστώνεται ότι υπάρχει θετική διαφορά για τον συνταξιούχο να έχουν ιδιαίτερη σημασία, καθώς πίσω από έναν παλιό ασφαλιστικό φάκελο μπορεί να κρύβεται όχι μόνο ένα εφάπαξ ποσό αναδρομικών αλλά και μια μεγαλύτερη σύνταξη σε μόνιμη βάση.
Το ενδιαφέρον για τους συνταξιούχους είναι ότι από την εκκαθάριση ορισμένων από αυτές τις υποθέσεις μπορεί να προκύψει μεγαλύτερη μηνιαία σύνταξη, αλλά και αναδρομικά για το διάστημα κατά το οποίο καταβαλλόταν χαμηλότερο ποσό. Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι και οι 35.000 δικαιούνται χρήματα. Το αποτέλεσμα κρίνεται ξεχωριστά για κάθε συνταξιούχο, με βάση τον χρόνο ασφάλισης, τα στοιχεία του ασφαλιστικού του βίου και το ποσό που προκύπτει μετά τον νέο υπολογισμό.
Το «κλειδί» των 30 ετών
Ιδιαίτερο βάρος έχουν οι περιπτώσεις συνταξιούχων με περισσότερα από 30 χρόνια ασφάλισης. Η αλλαγή των συντελεστών αναπλήρωσης με τον νόμο 4670/2020 δημιούργησε ευνοϊκότερο τρόπο υπολογισμού για όσους είχαν μεγάλο ασφαλιστικό χρόνο. Οι νέοι συντελεστές εφαρμόζονται από την 1η Οκτωβρίου 2019 και για συγκεκριμένες κατηγορίες έπρεπε να ακολουθήσει επανυπολογισμός της ήδη καταβαλλόμενης σύνταξης.
Το πρόβλημα είναι ότι η διαδικασία δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί αυτοματοποιημένα για όλους. Σε αρκετούς ασφαλιστικούς φακέλους υπήρχαν κενά, αναντιστοιχίες ή στοιχεία από τα παλαιά Ταμεία που έπρεπε προηγουμένως να διασταυρωθούν. Αυτές είναι και οι υποθέσεις που έχουν απομείνει σήμερα στο «στοκ» του e-ΕΦΚΑ.
Σε ποια Ταμεία βρίσκεται το μεγαλύτερο «στοκ»
Η μεγαλύτερη συγκέντρωση εκκρεμών φακέλων καταγράφεται στον πρώην ΟΑΕΕ-ΤΕΒΕ, όπου υπολογίζονται περίπου 12.000 περιπτώσεις.
Ακολουθεί το ΙΚΑ με περισσότερες από 11.000, ενώ σημαντικός αριθμός υποθέσεων, περίπου 9.000, αφορά συνταξιούχους του Δημοσίου.
Μικρότερος είναι ο αριθμός στο πρώην ΕΤΑΑ-ΤΣΑΥ, με περίπου 1.500 υποθέσεις, και στο ΤΑΠΟΤΕ, όπου απομένουν περίπου 700.
Συνεπώς, το μεγαλύτερο βάρος της εκκαθάρισης πέφτει σε ελεύθερους επαγγελματίες, μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα και συνταξιούχους του Δημοσίου.
Πώς μπορεί να βγει μεγαλύτερη σύνταξη
Για όσους τελικά δικαιούνται θετική διαφορά, το όφελος δεν περιορίζεται απαραίτητα μόνο στον αρχικό επανυπολογισμό. Και αυτό γιατί στο μεταξύ έχουν μεσολαβήσει οι αυξήσεις που δόθηκαν στις συντάξεις από το 2023 και μετά. Εάν αποδειχθεί ότι η βάση πάνω στην οποία υπολογίστηκαν αυτές οι αυξήσεις έπρεπε να είναι υψηλότερη, πρέπει να γίνει νέα προσαρμογή.
Για παράδειγμα, εάν από τον έλεγχο προκύψει ότι ένας συνταξιούχος έπρεπε να λαμβάνει μεγαλύτερη σύνταξη, το νέο ποσό αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία πρέπει να «κουμπώσουν» και οι αυξήσεις των επόμενων ετών. Έτσι δημιουργείται μια αλυσίδα διαφορών που μπορεί να οδηγήσει τόσο σε μόνιμη βελτίωση της σύνταξης όσο και σε συσσωρευμένα αναδρομικά.
Στις περιπτώσεις όπου προκύπτει επιστροφή χρημάτων, τα αναδρομικά κινούνται κατά μέσο όρο κοντά στις 3.000 ευρώ, χωρίς αυτό να αποτελεί ενιαίο ποσό για όλους. Υπάρχουν περιπτώσεις με μικρότερο αλλά και μεγαλύτερο όφελος.
Γιατί οι δύσκολες περιπτώσεις μένουν τελευταίες
Το γεγονός ότι εξακολουθούν να υπάρχουν δεκάδες χιλιάδες ανοιχτοί φάκελοι δεν σημαίνει ότι πρόκειται για μια ενιαία εκκρεμότητα. Αντίθετα, πρόκειται σε μεγάλο βαθμό για τις περιπτώσεις που δεν μπόρεσαν να περάσουν από τις μαζικές αυτοματοποιημένες διαδικασίες.
Λάθη στον ασφαλιστικό χρόνο, παλαιά δεδομένα που δεν είχαν ψηφιοποιηθεί σωστά, διαφορετικές περίοδοι ασφάλισης και ιδιαιτερότητες των πρώην Ταμείων μπορούν να απαιτήσουν πρόσθετο έλεγχο πριν οριστικοποιηθεί το ποσό.
Αλεξάνδρα Κλειδαρά







