“σιγανά πατώ στη γη, σιγανά και ταπεινά«, Τζιβαέρι μου, νησιώτικο
Ποιοι είναι οι αστόχαστοι; Είναι αυτοί που δεν στοχάζονται. Που είναι απερίσκεπτοι, επιπόλαιοι, ανόητοι, που δεν τους εμπιστεύεται κανείς; Ή είναι αστόχαστοι αυτοί που πορεύονται στην τύχη, οι μοιραίοι, οι τυχοδιώκτες; Αυτοί τραβούν το δρόμο τους κι όπου τους βγάλει; Ο τυχοδιωκτισμός είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της παρακμής της πολιτικής. Ο τυχοδιωκτισμός στην πολιτική οδηγεί τον τόπο στην καταστροφή!
Οι τυχοδιώκτες πολιτικοί είναι επικίνδυνοι, υπογράφουν ακόμα και την μερική ή ολική στέρηση της εθνικής κυριαρχίας, αρκεί να βρίσκονται οι ίδιοι στην εξουσία!
Αστόχαστοι ονομάζονται κι αυτοί που δεν δίνουν στόχο; Αυτοί που δε δίνουν στόχο είναι δύο ειδών, αυτοί που δεν δίνουν στόχο γιατί δεν έχουν στόχο κι αυτοί που δε δίνουν στόχο γιατί κοιτάζουν τον καιρό και αναλόγως πορεύονται γι΄ αυτό και λέγονται καιροσκόποι, με την καλή ή την κακή έννοια.
Το να κοιτάζεις τον καιρό με την καλή έννοια είναι σοφία και προϋποθέτει ταπείνωση. Γι΄ αυτούς που δεν δίνουν στόχο γιατί είναι ταπεινοί λέει το νησιώτικο τραγούδι «τζιβαέρι μου «σιγανά πατώ στη γη, σιγανά και ταπεινά».
Αστόχαστους ονομάζουν κι αυτούς που ξεχνούν εύκολα. Αυτούς δεν τους εκτιμάει κανείς. Και η έννοια αυτή του αστόχαστου ταιριάζει επίσης στην πολιτική.
Με την μια ή με την άλλη έννοια οι επιβλαβείς αστόχαστοι έχουν έλλειψη στοχασμού. Δε στοχάζονται γιατί ο στοχασμός προϋποθέτει πνευματικά θεμέλια τα οποία οι αστόχαστοι δεν διαθέτουν.
Άνθρωπος είναι το όν που είναι άξιο σεβασμού και κανείς δεν μπορεί να το χρησιμοποιήσει ως μέσον για την επιδίωξη των σκοπών του. Με την έννοια αυτή οι αστόχαστοι έχουν στερηθεί τον ανθρωπισμό τους!
Για τους αστόχαστους, τους μοιραίους, έγραψε πιθανόν ο Ντέιβιντ Χέρμπερτ Λώρενς το ποίημα που παραθέτουμε σε μετάφραση από τα αγγλικά.
Ντέϊβιντ Χέρμπερτ Λώρενς
ΑΚΟΥ ΤΗ ΜΠΑΝΤΑ
Μια μπάντα παίζει πολύ πρωί,
μα είναι μόνο δυστυχισμένοι άνθρωποι,
που θορυβούν για να πνίξουν
την εσωτερική τους κακοφωνία και τη δική μας.
Ένα μικρό φεγγάρι, αρκετά ήσυχο, ακουμπάει και τραγουδάει
στον εαυτό του, τη νύχτα
κι η μουσική των ανθρώπων, είναι σαν ένα ποντίκι, που ροκανίζει,
που ροκανίζει σε μια ξύλινη παγίδα παγιδευμένο.
Μετ. Μ. Λαγκουβάρδος







